Category

Uncategorized

Ψυχική Ανθεκτικότητα

By | Uncategorized | No Comments

eikona arthro 2 androutsakos

Κρίσιμα ψυχοπιεστικά γεγονότα μπορούν να συμβούν και συμβαίνουν καθημερινά στις ζωές πολλών ανθρώπων. Εξαρτώμενα από την ένταση, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια του γεγονότος, τα συμπτώματα του στρες μπορεί να επιμείνουν για πολύ καιρό μετά το τέλος της κρίσης. Θλίψη, ευερεθιστότητα, ενοχή και αίσθηση έντασης μπορούν να είναι κάποια από τα συμπτώματα. Για παράδειγμα, σε ξαφνικά και απρόσμενα γεγονότα η βίωση δυσπιστίας και συναισθηματικού μουδιάσματος θεωρούνται συνηθισμένες αντιδράσεις (1). Γιατί όμως κάποιοι άνθρωποι, μετά από ένα τέτοιο γεγονός, εμφανίζουν κάποια ψυχική διαταραχή, κάποιοι άλλοι απλώς συμπτώματα τα οποία αποδράμουν με το πέρασμα του χρόνου, ενώ κάποιοι άλλοι επιστρέφουν στην καθημερινότητά τους χωρίς να έχουν επηρεαστεί;

Η έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας

Η μελέτη των κινδύνων και της ανθεκτικότητας ξεπήδησε από την παρατήρηση ότι ορισμένα άτομα που εκτίθενται σε αντιξοότητες, επιτυγχάνουν θετικά αποτελέσματα (2). Η Ανθεκτικότητα έχει οριστεί ως η «άνθηση παρά τις αντιξοότητες» (3) και ως το σύνολο των παραγόντων που προστατεύει κατά την έκθεση και μειώνει την επίδραση των στρεσογόνων παραγόντων (4). Επίσης, ως η ικανότητα του ατόμου να αντιμετωπίζει φυσιολογικά αναπτυξιακά επιτεύγματα παρά την ύπαρξη κοινωνικών και περιβαλλοντικών αντιξοοτήτων (5). Γενικά έχουν δοθεί αρκετοί ορισμοί, ώστε να περιγραφεί η ψυχική ανθεκτικότητα, αλλά δύο είναι οι κυριότεροι. Ο πρώτος, του Luther και των συνεργατών του ορίζει την ψυχική ανθεκτικότητα ως μια δυναμική διεργασία που περιλαμβάνει θετική προσαρμογή εντός του πλαισίου σημαντικής αντιξοότητας (6). Ο δεύτερος ορισμός είναι αυτός της Masten, σύμφωνα με τον οποίο η ψυχική ανθεκτικότητα είναι ένα σύνολο διεργασιών που οδηγεί σε θετικά αποτελέσματα, παρά την ύπαρξη σημαντικών απειλών (7). Τα κοινά σημεία των δύο ορισμών είναι α. η ύπαρξη απειλής και β. η θετική προσαρμογή στο στρες. Η ψυχική ανθεκτικότητα (resilience) δεν θα πρέπει να συγχέεται με τις έννοιες της σκληρότητας (hardiness), της ανθεκτικότητας του εγώ (ego resiliency) και της μετατραυματικής ανάπτυξης (post-traumatic growth). Κάποιοι από τους παράγοντες οι οποίοι συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας είναι μεταξύ άλλων: η αισιοδοξία, οι αποτελεσματικές στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων, οι αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης ψυχοπιεστικών καταστάσεων, η πίστη, η ύπαρξη νοήματος ζωής, η αυτό-αποτελεσματικότητα, η ελπίδα, οι στενές σχέσεις και η ενσυναίσθηση (8). Τα στοιχεία που συμβάλλουν στην αύξηση της ψυχικής ανθεκτικότητας έχουν ομαδοποιηθεί σε  παράγοντες που σχετίζονται με: α. το άτομο, β. την οικογένεια και γ. το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Οι Tugade & Fredrickson, (9) ανέπτυξαν μία θεωρία για την ανθεκτικότητα η οποία βασίζεται στους παράγοντες που σχετίζονται με την ύπαρξη θετικών αποτελεσμάτων μετά την έκθεση σε στρεσογόνες καταστάσεις. Η ανθεκτικότητα γίνεται συχνά αντιληπτή ως το ένα άκρο ενός συνεχούς με την ευπάθεια στην ανάπτυξη της ψυχιατρικής διαταραχής στο άλλο (10). Τα ψυχικά ανθεκτικά άτομα συνηθίζουν να επικεντρώνουν στην θετική πλευρά μίας κατάστασης (11). Η ανθεκτικότητα δεν είναι η απλή επάνοδος στην προηγούμενη κατάσταση μετά από στρεσογόνα γεγονότα, αλλά μάλλον θα πρέπει να θεωρείται ως θετική ανάπτυξη ή προσαρμογή μετά από τέτοια γεγονότα (12). Σύμφωνα με τον Zautra (13) εντοπίζονται δύο βασικές πτυχές της ανθεκτικότητας: η ανάκαμψη και η βιωσιμότητα. Ανάκαμψη είναι η ικανότητα να ανακτήσει κάποιος την λειτουργικότητά του μετά από ένα στρεσσογόνο ή τραυματικό γεγονός. Για κάποιους, αγχογόνες εμπειρίες μπορεί να οδηγήσουν σε ευκαιρίες ανάπτυξης και της μάθησης που αυξάνουν την ικανότητα να αντιμετωπίσουν τις μελλοντικές προκλήσεις. Βιωσιμότητα είναι η ικανότητα να υπομένει και να εμμένει σε όλη προκλήσεις της ζωής. Η ανθεκτικότητα διευκολύνει την προσαρμογή και τα ανθεκτικά άτομα είναι σε θέση να προσδιορίσουν τι είναι αγχωτικό και να εκτιμήσουν ρεαλιστικά την ικανότητα δράσης τους, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα προβλήματα (14).

Ερευνητικά Δεδομένα

Η ψυχική ανθεκτικότητα σχετίζεται με ευνοϊκή έκβαση της θεραπείας σε ασθενείς με κατάθλιψη ή / και αγχώδεις διαταραχές (15) ενώ δρα και ως αντισταθμιστικός και προστατευτικός παράγοντας για συμπτώματα κατάθλιψης (16). Επίσης, έρευνα των Connor και Davidson (17) έδειξε ότι άτομα με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, είχαν χαμηλότερη βαθμολογία στην ανθεκτικότητα σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η ψυχική ανθεκτικότητα έχει θετική συσχέτιση με την ψυχολογική ευεξία και αρνητική συσχέτιση με την  κατάθλιψη και το άγχος (18) τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε άτομα με καρκίνο του αίματος (19). Σε άτομα της τρίτης ηλικίας υψηλότερη ανθεκτικότητα προβλέπει μεγαλύτερη ευτυχία, χαμηλότερη κατάθλιψη, και μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή (20). Φαίνεται ότι η χαμηλή ανθεκτικότητα σχετίζεται με υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών (21). Η ψυχική ανθεκτικότητα στην απώλεια εργασίας φαίνεται να αποφασίζεται από γεγονότα νωρίς στη ζωή του ατόμου (22) ενώ τα παιδιά που γενικά είχαν χαμηλότερα επίπεδα των ψυχολογικών πόρων στην παιδική ηλικία τείνουν να είναι λιγότερο ανθεκτικά στις οικονομικές κρίσεις στο μέλλον (23). Μια σειρά από μελέτες, έχουν δείξει ότι η καλή σχέση γονέα-παιδιού είναι ένα από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για την ανάπτυξη ψυχικής ανθεκτικότητας στην ενήλικη ζωή (24). Οι Mak, Ng & Wong, (25) τόνισαν ότι η ανάπτυξη της ανθεκτικότητας σχετίζεται με την ικανοποίηση από τη ζωή και ότι η ενίσχυση των θετικών γνωσιών είναι σημαντικοί παράγοντες για την προώθηση της ανθεκτικότητας και της ευημερίας.

Ανδρουτσάκος Ιωάννης

Ψυχολόγος, MSc

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία

Βιβλιογραφία:

  1. Richard G. Tedeschi and Lawrence G. Calhoun (2004) Posttraumatic Growth: Conceptual Foundations and Empirical Evidence, Psychological Inquiry 2004, Vol. 15, No. 1, 1–18
  2. Yates T.M., Masten, AS (2004), Fostering the Future: Resilience Theory and the Practice of Positive Psychology, in P.A. Linley & S. Joseph (Eds.) Positive Psychology in Practice. Hoboken, NJ: Wiley.
  3. Hildon, Z., Montgomery, S.M., Blane, D., Wiggins, R.D., & Netuveli, G. (2010). Examining resilience of quality of life in the face of health-related and psychosocial adversity at older ages: What is “right” about the way we age? Gerontologist, 50, 3647.
  4. Almeida, D.M. (2005). Resilience and vulnerability to daily stressors assessed via diary methods. Current Directions in Psychological Science, 14, 62_68.
  5. Carver, C. S. (1998). Resilience and thriving: Issues, models, and linkages. Journal of Social Issues, 54, 245-266.
  6. Luthar, SS, Cicchetti, D, Becker, B. The construct of resilience: a critical evaluation and guidelines for future work. Child Development 2000; 71(3), 543-562
  7. Masten, A. S. (2001). Ordinary magic: Resilience processes in development. American Psychologist, 56, 227–238. doi:10.1037/0003-066X.56.3.227
  8. Masten, A. S., & Reed, M. G. J. (2002). Resilience in development. In C. R. Snyder & S. J. Lopez (Eds.), Handbook of positive psychology (pp. 74–88). New York, NY: Oxford University Press.
  9. Tugade, M. M., & Fredrickson, B. L. (2004). Resilient individuals use positive emotions to bounce back from nagative emotional experiences. Journal of Personality and Social Psychology, 86, 320-333
  10. Goldberg, D. P. (1972). The detection of psychiatric illness by questionnaire. Maudsley Monograph, 21, Oxford: Oxford University Press.
  11. Druss RG & Douglas CJ (1988) Adaptive responses to illness and disability: health denial. General Hospital Psychiatry 10, 163–168.
  12. Richardson, G. E., & Waite, P. J. (2002). Mental health promotion through resilience and resiliency education. International Journal of Emergency Mental Health, 4, 65−75.
  13. Zautra, A.J. (2009). Resilience: One part recovery, two parts sustainability. Journal of Personality, 77, 19351943.
  14. Caplan G (1990) Loss, stress, and mental health. Community Mental Health Journal 26, 27–48.
  15. Jung-Ah Min, Jeong Jin Yu, Chang Uk Lee, Jeong-Ho Chae, (2013), Cognitive emotion regulation strategies contributing to resilience in patients with depression and/or anxiety disorders, Comprehensive Psychiatry 54 (2013) 1190–1197
  16. Goldstein, A., Faulkner, B., Wekerle, C., (2013), The relationship among internal resilience, smoking, alcohol use, and depression symptoms in emerging adults transitioning out of child welfare, Child Abuse & Neglect 37 (2013) 22– 32
  17. Connor, K. M., & Zhang, W. (2006). Recent advances in the understanding and treatment of anxiety disorders. Resilience: Determinants, measurement, and treatment responsiveness. CNS Spectrums, 11, 5−12.
  18. Haddadi, P. Besharat, M.A. (2010), Resilience, vulnerability and mental health, Procedia Social and Behavioral Sciences 5 (2010) 639–642
  19. Wang, Zi-Yue, Meng-Shi, Li-Liu, Wang Lie, (2016) Exploring correlations between positive psychological resources and symptoms of psychological distress among hematological cancer patients: a cross-sectional study, Psychology, Health & Medicine, 21:5, 571-582, DOI: 10.1080/13548506.2015.1127396
  20. Smith, J.L., Hollinger-Smith, L. (2015), Savoring, resilience, and psychological well-being in older adults, Aging & Mental Health, 19:3, 192-200, DOI:10.1080/13607863.2014.986647
  21. Roy, A., Sarchiapone, M., Carli, V. (2007) Low Resilience in Suicide Attempters, Archives of Suicide Research, 11:265–269.
  22. Powdthavee, N. (2014) What childhood characteristics predict psychological resilience to economic shocks in adulthood?, Journal of Economic Psychology 45 (2014) 84–101
  23. Graham, L., & Oswald, A. J. (2010). Hedonic capital, resilience and adaptation. Journal of Economic Behavior & Organization, 76, 372–384.
  24. Masten, A. S., Best, K. M., & Garmezy, N. (1990). Resilience and development: Contributions from the study of children who overcome adversity. Development and Psychopathology, 2, 425–444.
  25. Mak WWS, Ng ISW, Wong CCY (2011). Resilience: Enhancing wellbeing through the positive cognitive triad. J Counsel Psychol; 58: 610-7.

 

Ψυχικές… Σωματικές νόσοι… Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος;

By | Uncategorized | No Comments

psychosomatic-disease

Η ψυχική ασθένεια είναι ένα μοτίβο σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς που επιφέρει δυσκολίες στον ψυχισμό του ατόμου ενώ δεν είναι κοινωνικά ή αναπτυξιακά καθορισμένη. Η εκάστοτε ψυχική ασθένεια, άσχετα από τη φύση και την έκφρασή της, παρεμποδίζει τη λειτουργικότητα του ατόμου σε προσωπικό, επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο. Από την άλλη, η σωματική νόσος αναφέρεται στην άμεση αντίδραση του οργανισμού απέναντι στους εξωγενείς παράγοντες που πλήττουν τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου. Το σώμα δέχεται ένα χτύπημα, ένα πλήγμα που η έκφρασή του αποτυπώνεται.

Προκύπτουν, λοιπόν, εύλογα τα ερωτήματα∙ υπάρχει σύνδεση μεταξύ της ψυχικής και της σωματικής ασθένειας; Ποια ασθένεια επηρεάζει ποια; Ο Καρτέσιος, ‘διχοτομεί’ τον άνθρωπο σε σώμα και ψυχή. Ο Ιπποκράτης από την άλλη, ο Πατέρας της Ιατρικής, μιλά για ολιστική θεώρηση του ατόμου. Μια θεώρηση που συνδέει το σώμα και την ψυχή τόσο άρρηκτα μεταξύ τους πρεσβεύοντας πως όταν το σώμα νοσεί, νοσεί και η ψυχή.

Η σωματοποίηση που συνδέεται με τις ψυχιατρικές ασθένειες περιγράφεται ως η προσπάθεια να εκφραστεί η ψυχική δυσφορία διαμέσου του σώματος [1,2]. Η ένδειξη του σωματικού πόνου μπορεί ωστόσο να κρύβει μια ψυχική διαταραχή, όπου λόγω της προσοχής στο έκδηλο σύμπτωμα του σώματος, να αργεί η θεραπεία της. Η σωματοποίηση, αν και τα όριά της δεν είναι σαφώς καθορισμένα, δείχνει να σχετίζεται με πλήθος ψυχικών ασθενειών, με πρωτεύουσες την κατάθλιψη, τα καρδιαγγειακά και το άγχος [3,4]. Επιστημονικά ευρήματα δείχνουν ότι σωματικές ενοχλήσεις, όπως οι συχνοί πονοκέφαλοι, οι πόνοι στο στομάχι και στο στήθος μπορεί να οδηγήσουν το άτομο να εμφανίσει καταθλιπτικά συμπτώματα, κατάσταση που χαρακτηρίζεται ως ‘συγκαλυμμένη κατάθλιψη’ [3]. Γίνεται λόγος, λοιπόν, για συννοσηρότητα (comorbidity) η οποία αφορά στην ευαλωτότητα της προσωπικότητας, στο σύνολό της [5]. Δεδομένων αυτών των διαπιστώσεων, οι ειδικοί στον χώρο της ψυχικής υγείας στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν τη σύνδεση αυτή, κάνουν λόγο για το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο.

Το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο στηρίζεται στη φιλοσοφία ότι ο τρόπος κατανόησης της νόσου πηγάζει αλλά και επηρεάζεται από πολλαπλά επίπεδα μέσα στα οποία λειτουργεί το άτομο∙ βιολογικά, κοινωνικά, ψυχολογικά. Πρώτος ο Meyer αρχίζει να δίνει σημασία στο ψυχοβιολογικό ιστορικό του ασθενούς και να θεωρεί ότι οι ψυχιατρικές καταστάσεις τις οποίες βιώνει ενδέχεται να είναι απόρροια βιολογικών προδιαθέσεων. Το μοντέλο αυτό έχει τις ρίζες του στην ιατρική αντίληψη του Ιπποκράτη όπου το πάσχον άτομο αντιμετωπίζεται ολιστικά. Η ασθένεια αντιμετωπίζεται ως έκφραση ενός συμπτώματος που δεν έχει γραμμική πορεία. Αντίθετα, η πορεία και η απάντηση είναι σύνθετη, πολύπλοκη και γι’ αυτό η αντιμετώπισή της απαιτεί την παρουσία διεπιστημονικής ομάδας ειδικών καθώς και την άμεση εμπλοκή του ίδιου του πάσχοντα.

Η εμφάνιση μιας ψυχικής διαταραχής, επομένως, είναι πολυπαραγοντική, πολυεπίπεδη, φασματική, όπως ακριβώς και η ανθρώπινη λειτουργία. Ποικίλοι παράγοντες επιβαρύνουν αρνητικά την υγεία και η απαντητικότητα του οργανισμού δεν είναι πάντα θετική όταν συντρέχουν και άλλοι κοινωνικοί ή/και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Έτσι δημιουργείται «ο φαύλος κύκλος της κακής υγείας» [6].

Μέσω αυτών των παραγόντων η διάγνωση, η πορεία καθώς και η θεραπεία της ασθένειας ή/και η πρόληψη, δεν μένουν ανεπηρέαστες. Κάθε διεργασία επηρεάζει ή/και επηρεάζεται μέσα από την αλληλεπίδραση αυτή, με αποτέλεσμα ο ασθενής να διαφεύγει από τον ρόλο του θύματος και να αποκτά ενεργό ρόλο στην αντιμετώπιση της ασθένειάς του [7]. Η νόσος, επομένως, δεν αρχίζει ούτε και τελειώνει σε ένα μόνο σύμπτωμα αλλά αποτελεί συνάρτηση βιολογικών, κοινωνικών και ψυχολογικών παραμέτρων, καταλήγοντας στο ότι το βιοϊατρικό πρότυπο είναι υποσύστημα του βιοψυχοκοινωνικού. Η επικεντρωμένη στο άτομο διάγνωση (person–centered diagnosis) μέσω του βιοψυχοκοινωνικού προτύπου συνδέει την επιστήμη με τον άνθρωπο, τον ασθενή με την οικογένειά του κάνοντας έτσι πιο αποτελεσματική τη θεραπεία [8].

Ο Ιπποκράτης, τελικά, και πάλι επιβεβαιώνεται: νους υγιής εν σώματι υγιεί…!

Κατερίνα Λεβάκη,

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία

Διδάκτωρ Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Sayar K. Tıbben açıklanamayan belirtiler. Türk Psikiyatri Dergisi 2002; 13: 222-231.
  2. Spinhoven P, van der Does AJ. Somatization and somatosensory amplification in psychiatric outpatients: An explorative study. Compr Psychiatry 1997; 38:93-97.
  3. Müjgan Özen, Z. Nergis Aküzüm Serhadlı, A. Solmaz Türkcan, Gülten Erben Ülker Somatization in depression and anxiety disorders. The Journal of Psychiatry and Neurological Sciences 2010; 23:60-65
  4. Fabrega H Jr. The concept of somatization as a cultural and historical product of Western medicine. Psychosom Med 1990; 52:653-672.
  5. Jane M. Murphy, Richard R. Monson, Donald C. Olivier, Gwendolyn E. P. Zahner, Arthur M. Sobol, and Alexander H. Leighton A. Relations over Time between Psychiatric and Somatic Disorders: The Stirling County Study, American Journal of Epidemiology. 1992; 135(1): 95-105
  6. Χαλικιοπούλου–Μελισσά, Χρυσούλα. Ψυχολογία της υγείας. Ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη. 1990;36
  7. Αποστολοπούλου, Ε. (2013) Εναλλακτικές – Συμπληρωματικές Μέθοδοι Θεραπείας: τρέχουσες απόψεις των επαγγελματιών υγείας για εκπαίδευση. Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Σχολή Επιστημών Υγείας Τμήμα Ιατρικής
  8. Παπαδημητρίου ΓΝ, Λιάππας ΙΑ, Λύκουρας Ε. Εφαρμογή του Βιοψυχοκοινωνικού Προτύπου στην Ψυχιατρική. Στο: Παπαδημητρίου ΓΝ, Λιάππας ΙΑ, Λύκουρας Ε (Επιμ. Έκδοσης) Σύγχρονη Ψυχιατρική. Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2013:41–46

Γιατί δεν καταφέρνω να κάνω μια ευτυχισμένη σχέση

By | Uncategorized | No Comments

Χωρίς τίτλο

Συνήθως όταν ρωτάμε κάποιον γιατί επέλεξε τον σύντροφό του παίρνουμε απαντήσεις που έχουν να κάνουν με την εξυπνάδα, το χιούμορ, την εμφάνιση κτλ. Με άλλα λόγια η επιλογή ενός συντρόφου συνδέεται συνειδητά με κάποια χαρακτηριστικά του άλλου που μας ελκύουν.

Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν μια τέτοια επλογή, οι οποίοι δεν είναι συνειδητοί και συνδέονται με βιώματα της παιδικής ηλικίας.

Τα βιώματα της παιδικής ηλικίας , θετικά ή αρνητικά, θα επηρεάσουν τις επιλογές μας και τις σχέσεις μας με το άλλο φύλο, αντιστοίχως θετικά ή αρνητικά.Τα βιώματα αυτά αφορούν κυρίως στη σχέση με τους γονείς μας αλλά και με άλλα πρόσωπα που έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας σε εκείνη τη φάση όπως δάσκαλοι ή συνομήλικοι.

Κάθε παιδί έχει κάποιες πυρηνικές ανάγκες όπως είναι η ασφαλής πρόσδεση με τους άλλους (δηλ. ανάγκη για ασφάλεια,σταθερότητα,προβλεψιμότητα,φροντίδα και αποδοχή), η αυτονομία και η αίσθηση ταυτότητας, η ελευθερία έκφρασης αναγκών και συναισθημάτων, ο αυθορμητισμός και το παιχνίδι, καθώς και η ύπαρξη ρεαλιστικών ορίων.

Τραυματικές εμπειρίες της παιδικης ηλικίας μπορούν να υποδαυλίσουν τις ανάγκες αυτές. Πιο αναλυτικά, η συναισθηματική απόσταση και ψυχρότητα των γονέων, η κακομεταχείριση και η απόρριψη αλλά και η υπερπροστασία και η ελλιπής οριοθέτηση του παιδιού αποτελούν ακατάλληλες αντιδράσεις που ματαιώνουν τις ανάγκες του παιδιού και τελικά δημιουργούν στο άτομο αρνητικές πεποιθήσεις σχετικά με τον εαυτό του και τους άλλους. Αυτές οι πεποιθήσεις θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο το άτομο σκέφτεται, νιώθει, συμπεριφέρεται και σχετίζεται με τους άλλους. Τέτοιες πεποιθήσεις είναι βαθύτερες και σε μεγάλο βαθμό μη συνειδητές. Για παράδειγμα, ένα παιδί ως αποτέλεσμα αυτών των ματαιώσεων μπορεί να έχει την πεποίθηση ότι έιναι ελαττωματικό/ανεπιθύμητο/ανάξιο κτλ.

Το άτομο στην παιδική ηλικία θα αναπτύξει μία στρατηγική για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα τραυματικά γεγονότα, μία στρατηγική που σε εκείνη την ηλικία αποτελεί υγιή μηχανισμό άμυνας. Στην πορεία όμως της ζωής η στρατηγική αυτή θα παγιδεύσει το άτομο και θα αποδειχθεί δυσλειτουργική γιατί δε θα του επιτρέψει να έρθει σε επαφή με τις ανάγκες του και να τις ικανοποιήσει.

Οι πιθανές δυσλειτουργικές στρατηγικές είναι τρεις : η υπεραναπλήρωση, η αποφυγή και η παράδοση.

Στο παράδειγμα της πεποίθησης «ελαττωματικότητας» που αναφέρθηκε παραπάνω, η στρατηγική υπεραναπλήρωσης θα μπορούσε να αφορά σε επένδυση του ατόμου στην καριέρα και στην επιτυχία, με αποτέλεσμα το άτομο να μην μπορέσει να δημιουργήσει στενές διαροσωπικές σχέσεις αφού δεν αφιερώνει χρόνο στην προσωπική του ζωή. Το αποτέλεσμα είναι ότι το άτομο έτσι συνεχίζει να πιστεύει ότι είναι ελαττωματικό και δεν καταφέρνει να νιώσει ευτυχισμένο. Επίσης είναι ευάλωτο σε κατάθλιψη, σε περίπτωση που υπάρξει κάποια ματαίωση στην επαγγελματική του ζωή.

Η αποφυγή στο ίδιο παράδειγμα με την πεποίθηση ελαττωματικότητας θα ήταν η έλλειψη πρωτοβουλιών και η αποφυγή προκλήσεων στον επαγγελματικό τομέα γιατί το άτομο νιώθει ότι δε θα τα καταφέρει και/ή η αποφυγή του ανοίγματος και του μοιράσματος των σκέψεων και των συναισθημάτων στον προσωπικό τομέα από φόβο απόρριψης των άλλων. Αυτή η στραηγική έχει και πάλι σαν αποτέλεσμα τη διατήρηση και ενίσχυση της πεποίθησης ελαττωματικότητας.

Τέλος η παράδοση στην πεποίθηση ελαττωματικότητας θα σήμαινε ότι το άτομο μπορεί να επιλέγει, χωρίς να το συνειδητοποιεί, συντρόφους που είναι απορριπτικοί και επικριτικοί σαν χαρακτήρες, γεγονός που πάλι ενισχύει την πεποίθηση ελαττωματικότητας.

Αν παρατηρούμε ότι κάποια πράγματα στην προσωπική μας ζωή επαναλαμβάνονται, αν θεωρούμε ότι συναντάμε όλο τους λάθος ανθρώπους, αν οι σχέσεις μας είναι δυσαρμονικές ή έχουμε δυσκολία να ξεκινήσουμε μια σχέση γιατί θεωρούμε ότι οι άλλοι δεν είναι αρκετά «καλοί» για μας, τότε καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε μήπως έχουμε κι εμείς οι ίδιοι κάποιο μερίδιο σ’αυτό. Ενας ειδικός ψυχικής υγείας μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τα ασυνείδητα μοτίβα μας και να μας στηρίξει στην προσπάθεια μας να τα «σπάσουμε», με στόχο την εκπλήρωση των επιθυμιών μας και μια πιο υγιή διαπροσωπική ζωή.

Γεωργία Μαριακάκη, ΜSc

Κλινική Ψυχολόγος

Ειδίκευση στη Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική Θεραπεία

Συναισθηματική Νοημοσύνη

By | Uncategorized | No Comments

internet

Η  συναισθηματική νοημοσύνη ορίζεται ως «η ικανότητα να μπορεί κάποιος να παρακολουθεί και να ρυθμίζει  τα δικά του συναισθήματα  και αυτά των άλλων και να τα χρησιμοποιεί ως οδηγό για σκέψη και δράση» (Mayer  & Salovey, 1990). Αποτελεί μια σχετικά καινούρια έννοια στο χώρο της ψυχολογίας. Μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα άρχισε να μετατοπίζεται το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας σε πιο διευρυμένες προσεγγίσεις της έννοιας της νοημοσύνης, θεωρώντας ότι και οι μη νοητικές ικανότητες του ατόμου έχουν ουσιαστική σημασία για την επιτυχία του στη ζωή.

 Η συναισθηματική νοημοσύνη, ως ένα σύνολο διαπροσωπικών και ενδοπροσωπικών ικανοτήτων, θεωρείται ένας εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας, τόσο για την ψυχική υγεία του ατόμου όσο και για την επιτυχία και την ευτυχία του στη ζωή. Αρκετοί ερευνητές  υποστηρίζουν πως τα άτομα με υψηλές βαθμολογίες στις κλίμακες της συναισθηματικής νοημοσύνης απολαμβάνουν υψηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή, είναι σε θέση να ρυθμίζουν καλύτερα τη διάθεσή τους, βιώνουν θετικότερα συναισθήματα στην καθημερινότητά τους και εισπράττουν μεγαλύτερη ικανοποίηση από τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Αντιθέτως, τα χαμηλά επίπεδά της συναισθηματικής νοημοσύνης  σχετίζονται με τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, την κατανάλωση αλκοόλ και την εμφάνιση ψυχικών διαταραχών, όπως η κατάθλιψη.

Η συναισθηματική νοημοσύνη προϋποθέτει να είμαστε πρώτα εμείς οι ίδιοι σε επαφή με τα συναισθήματά μας και να τα ρυθμίζουμε αποτελεσματικά. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται:

  • Να αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα είτε είναι «θετικά», όπως η χαρά ή η αγάπη, είτε «αρνητικά», όπως ο θυμός, η λύπη ή ο θυμός.
  • Να μην τα επικρίνουμε ή να προσπαθούμε να τα αλλάξουμε, αλλά να επιτρέπουμε στον εαυτό μας  να τα βιώνει.
  • Να θυμόμαστε ότι κάθε συναίσθημα είναι μια φυσιολογική αντίδραση στην κατάσταση που βιώνομαι τη δεδομένη στιγμή και εξηγείται βιολογικά. Για παράδειγμα, τη στιγμή που νιώθουμε φόβο, το σώμα προετοιμάζεται για δράση απέναντι στην απειλή.
  • Να θυμόμαστε ότι όταν βιώνουμε συναισθήματα όπως το άγχος, ο θυμός ή ο φόβος δεν σημαίνει ότι έχουμε αποτύχει.

Έχοντας επίγνωση των συναισθημάτων μας, μπορούμε να είμαστε ανοικτοί τόσο στις προσωπικές συναισθηματικές μας εμπειρίες όσο και σε αυτές που εκφράζουν οι γύρω μας και να τις διαχειριζόμαστε θετικά. Με τον τρόπο αυτό, η συναισθηματική μας νοημοσύνη επιδρά θετικά στην ποιότητα της καθημερινής μας ζωής και προάγει την ψυχική μας ευεξία.

Ευτυχία Ψύλλου

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική θεραπεία 

Ειδικευόμενη στη Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία των Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής

Πηγές

Austin, E. J., Saklofske, D. H., & Egan, V. (2005). Personality, well-being and health correlates of trait emotional intelligence. Personality and Individual differences38(3), 547-558.

Bar-On, R. (1997). BarOn Emotional Quotient Inventory (EQ-i): Technical manual. Toronto, Canada: Multi-Health Systems.

Ciarrochi, J., Deane, F. P. & Anderson, S. (2002). Emotional Intelligence moderates the relationship between stress and mental health. Personality and Individual Differences, 32, 197-209).

Goleman, D. (1998). Συναισθηματική Νοημοσύνη: Γιατί το «EQ» είναι πιο σημαντικό από το «IQ»; Αθήνα: Ελληνικά Γράµµατα.

Salovey,P. &Mayer,J.D. (1990). Emotional intelligence. Imagination, Cognition, and Personality, Vol.9, No.3, pp.185-202

Zeidner, M., &Olnick-Shmesh, D. (2010). Emotional intelligence and subjective well-being revisited. Personality and Individual Differences48(4), 431-435

Καλλιεργώντας την Αυτοεκτίμηση του Παιδιού μας

By | Uncategorized | No Comments

girl-playing-with-colorful-blocksΜε τον όρο αυτοεκτίμηση ορίζουμε την εκτίμηση της αξίας και της σημαντικότητάς του ατόμου και το να έχει την ικανότητα να είναι υπεύθυνο προς τον εαυτό του και προς τους άλλους. Στις μέρες μας, ακούμε συχνά το αίτημα της χαμηλής αυτοεκτίμησης από τους γονείς. Ο βαθμός αυτοεκτίμησης που έχει ο καθένας από εμάς, έχει αναπτυχθεί στην παιδική ηλικία μέσα από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον και φαίνεται να καθορίζει τη επιτυχία και την ευτυχία σε πολλούς τομείς της μελλοντικής ζωής του ατόμου.

Τα παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση παρουσιάζουν τα εξής: αναφέρονται στον εαυτό τους με αρνητικούς χαρακτηρισμούς, εστιάζουν στην αρνητική διάθεση των άλλων, ακόμα και αν αυτή δεν σχετίζεται με δική τους συμπεριφορά, δεν δέχονται την κριτική ακόμα και όταν είναι εποικοδομητική, επειδή δημιουργεί δυσβάσταχτο άγχος, ασκούν ωστόσο σκληρή κριτική στους άλλους, επηρεάζονται πολύ από τα αρνητικά σχόλια των άλλων, έχουν χαμηλή επίδοση σε δραστηριότητες που συμμετέχουν, στενοχωριούνται επίσης υπερβολικά από τις αποτυχίες τους, νιώθουν συχνά μοναξιά, έχουν δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις, κυρίως με συνομηλίκους, δεν τολμούν να εκφράσουν τις ανάγκες ή τις απαιτήσεις τους και να διεκδικήσουν αυτά που επιθυμούν, ακόμα και αν είναι απόλυτα δικαιολογημένα, έχουν την τάση να προσαρμόζουν τη ζωή τους στις επιθυμίες των άλλων, είναι πιθανόν να υπάρξουν  θύματα εκφοβισμού (bullying) και κατά συνέπεια είναι ιδιαίτερα επιρρεπή στο άγχος και την κατάθλιψη (τόσο στην παιδική όσο και στην ενήλικη ζωή).

Αντιθέτως, τα παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση νιώθουν ανεξάρτητα και ελεύθερα να εξερευνήσουν το περιβάλλον γνωρίζοντας ότι έχουν την υποστήριξη των γονιών τους, παρουσιάζουν επιτυχίες σε διάφορους τομείς που καταπιάνονται, παίρνουν πρωτοβουλίες και δεν φοβούνται να ξεκινούν κάτι καινούριο, δεν αγχώνονται έντονα με τις αλλαγές, προσαρμόζονται εύκολα σε διαφορετικές συνθήκες και περιβάλλοντα, έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και δεν αποθαρρύνονται εύκολα από τυχόν αποτυχίες, παρουσιάζουν χαμηλό βαθμό άγχους, λειτουργούν αποτελεσματικά μέσα σε μία ομάδα, αλλά μπορεί να λειτουργήσουν και ανεξάρτητα από αυτήν.

Η συμβουλευτική παρέμβαση για την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης στα παιδιά συμπεριλαμβάνει τόσο το παιδί /έφηβο όσο και τους γονείς. Όσον αφορά τους γονείς, συμβουλευτικές οδηγίες όπως οι παρακάτω είναι εξαιρετικά χρήσιμες και αποτελεσματικές.

Αποδεχόμαστε το παιδί όπως είναι και του δίνουμε αγάπη άνευ όρων, επιβραβεύουμε και επαινούμε το παιδί όσο πιο συχνά μπορούμε. Επαινούμε όχι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και την προσπάθεια που καταβάλλει το παιδί για μια δραστηριότητα. Ακόμα, θέτουμε στόχους στα παιδιά ανάλογα με την ηλικία και τις δυνατότητες τους και προσπαθούμε να διδάξουμε στα παιδιά την υπευθυνότητα, όπως για παράδειγμα, να μαζεύουν τα παιχνίδια τους, να μην πετούν τα πράγματα τους στο πάτωμα. Θέτουμε βασικούς λογικούς κανόνες που τα παιδιά, αλλά και οι ενήλικες  οφείλουν να ακολουθούν όπως για παράδειγμα, δεν τρώμε στο σαλόνι. Σε αυτό θα πρέπει να υπακούν τα παιδιά, αλλά κανένας από του δύο γονείς δεν θα πρέπει να τρώει στο σαλόνι. Ας μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους μαθαίνουν μέσω της παρατήρησης και της μίμησης.

Επιπρόσθετα, κρίνουμε μία πράξη και όχι το παιδί. Αν ένα παιδί έκανε κάτι που δεν έπρεπε ή παραβίασε ένα κανόνα ή έκανε κάτι κακό χρησιμοποιούμε τη φράση «αυτό που έκανες δεν είναι σωστό γιατί….» δεν λέμε «είσαι κακό παιδί για αυτό που έκανες». Ακούμε το παιδί όταν θέλει αν μας μιλήσει. Είναι σημαντικό να ξέρει ότι τα συναισθήματα του, οι σκέψεις του, οι επιθυμίες του θα ακουστούν, κι έτσι αν του συμβεί κάτι δυσάρεστο θα ξέρει ότι μπορεί να τρέξει στον γονιό του που θα είναι εκεί για αυτό. Επιπλέον, δεν το συγκρίνουμε με άλλα παιδιά. Αυτό δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα του παιδιού προς τον εαυτό αλλά και ανταγωνισμό και ζήλεια προς τους άλλους. Τέλος, το αφήνουμε και του επιτρέπουμε να κάνει λάθη. Όταν το παιδί αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και παίρνει ρίσκα, αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα κάνει κάποιο λάθος. Αυτά είναι σημαντικά μαθήματα για την υπόλοιπη ζωή του και με τον τρόπο αυτό χτίζει την εμπιστοσύνη του. Ο γονιός οφείλει να το ενθαρρύνει να συνεχίσει την προσπάθεια του.

 Αναστασία Στάμου, ΜSc

Παιδοψυχολόγος

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία

Μετατραυματικό στρες

By | Uncategorized | No Comments

ti-einai-to-synaisthimatiko-keno

Τι είναι το μετατραυματικό στρες;

Το μετατραυματικό στρες είναι μια ψυχολογική κατάσταση που προκαλείται ύστερα από ένα τραυματικό για το άτομο γεγονός το οποίο απείλησε τη σωματική του ακεραιότητα ή συγκλόνησε το γνωσιακό και συναισθηματικό του κόσμο. Παραδείγματα κάποιου τραυματικού γεγονότος μπορεί να είναι πραγματικός ή απειλούμενος θάνατος, τραυματισμός ή απειλή προς τη σωματική ακεραιότητα του ίδιου του ατόμου ή κάποιου άλλου στο οποίο ήταν μάρτυρας ο ίδιος. Είναι απόλυτα φυσιολογικό ένα άτομο να βιώνει έντονο άγχος, θλίψη ή εφιάλτες ύστερα από ένα τραυματικό γεγονός αλλά συνήθως συν τω χρόνω αυτά υποχωρούν. Τα άτομα με μετατραυματικό στρες δεν εμφανίζουν απαραίτητα συμπτώματα αμέσως μετά το συμβάν αλλά μπορούν να τα εμφανίσουν τρεις με έξι μήνες μετά, ακόμη και ύστερα από χρόνια. Τα συμπτώματα κρατάνε πάνω από ένα μήνα.

Ποια είναι τα πιο συνηθισμένα χαρακτηριστικά;

Τα πιο σύνηθη γνωρίσματα του μετατραυματικού στρες είναι η αναβίωση του τραυματικού γεγονότος (flashbacks), δυσκολία ύπνου και το αίσθημα αποκοπής από την πραγματικότητα ή αποπροσωποποίησης (η αίσθηση ότι το άτομο βρίσκεται έξω από τον εαυτό του ή δεν μπορεί να θυμηθεί τι συνέβη ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα). Το άτομο συχνά “αποφεύγει” άτομα και καταστάσεις που του θυμίζουν το τραυματικό συμβάν. Η ένταση αλλά και η συχνότητά των συμπτωμάτων μπορεί να είναι τόσο έντονη που να επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής του ατόμου.

Συναισθηματικά: μπορεί να υπάρχει “αποκοπή ” ή “μούδιασμα” συναισθήματος όπου το άτομο δυσκολεύεται να νιώσει αγάπη ή πάθος ή να αντλεί ευχαρίστηση από άλλοτε αγαπημένες δραστηριότητες. Συχνά υπάρχουν και συναισθήματα σοκ, φόβου, θλίψης, θυμού, ενοχής, ντροπής, αδυναμίας ή και έλλειψης ελπίδας για το μέλλον.

Διανοητικά: μπορεί να υπάρχει αναποφασιστικότητα, αποπροσανατολισμός, ανησυχία και αυτοκατηγορία. Όπως και παθητικότητα για γεγονότα και καταστάσεις.

Σωματικά: έντονη κούραση, δυσκολία στον ύπνο, ξάφνιασμα με το παραμικρό, υπερβολική ή μειωμένη όρεξη για φαγητό ή στη σεξουαλική διάθεση. Σωματικά συμπτώματα όπως διαταραχές στο στομάχι, πονοκεφάλοι, αλωπεκεία κ.ο.κ

Διαπροσωπικά: υπάρχουν εντάσεις, έλλειψη ασφάλειας και εμπιστοσύνης, ανάγκη για απομόνωση, αίσθημα εγκατάλλειψης, επικριτική διάθεση, ανάγκη για πλήρη έλεγχο μέχρι και ανικανότητα δέσμευσης.

Να τονίσουμε όμως οτι τα παραπάνω είναι απλά ενδεικτικά και δεν επαρκούν από μόνα τους για κάποια διάγνωση.

Πώς μπορώ να βοηθηθώ;

Όσοι από εσάς έχετε βιώσει κάποιο έντονο ψυχοτραυματικό γεγονός καλό θα ήταν να το μοιραστείτε με ανθρώπους εμπιστοσύνης, η σιωπή και η απόσυρση δεν είναι βοηθητικές σε αυτές τις περιπτώσεις. Μιλήστε για το γεγονός, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις σας. Αποδεχτείτε οτι πρόκειται για μια περίοδο οδύνης για εσάς και προσπαθήστε να αφιερώνετε και λίγο χρόνο σε δραστηριότητες που κάνατε έως τώρα, ειδικά αυτές που σας προκαλούσαν κάποια ικανοποίηση.

Εάν ωστόσο δείτε οτι δυσκολεύεστε να το διαχειριστείτε μη διστάσετε να ζητήσετε την υποστήριξη κάποιου ειδικού. Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων μπορεί να είναι το να φέρεστε διαφορετικά από ότι πριν το συμβάν, να έχετε προβλήματα στις διαπροσωπικές σας σχέσεις, να εξακολουθείτε να νιώθετε έντονη στεναχώρια και άγχος, να μη μπορείτε να σταματήσετε να σκέφτεστε το γεγονός ή να ευχαριστηθείτε τη ζωή σας.

Ο ειδικός θα σας βοηθήσει με εξειδικευμένες τεχνικές να αναγνωρίσετε και εν συνεχεία να τροποποιήσετε τις αρνητικές σκέψεις, ερμηνείες και συμπεριφορές που σχετίζονται με το συμβάν. Να εκφράσετε τα συναισθήματά σας και τις πεποιθήσεις σας σε σχέση με το τραυματικό γεγονός σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Να ανακουφιστείτε από το άγχος και το φόβο. Να μειώσετε ή ακόμη και να εξαλείψετε τα αρνητικά συναισθήματα, βελτιώνοντας σημαντικά την ποιότητα της ζωής σας.

 Ουρανία Ζερικιώτη, ΜSc

Ψυχολόγος της Υγείας

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία

Η Ψυχολογική υποστήριξη στο Χρόνιο πόνο

By | Uncategorized | No Comments

back-pain_1-1024x573

Ο χρόνιος πόνος, σε αντίθεση με τον οξύ πόνο, χρήζει ολιστικής αντιμετώπισης από μία σειρά επιστημόνων Υγείας (Ιατρός/Αλγολόγος, Φυσικοθεραπευτής, Ψυχολόγος κ.α.). Όταν ο πόνος διαρκεί πάνω από τρείς μήνες, τότε μιλάμε για χρόνιο πόνο. Εκείνοι που συναντώνται πιο συχνά είναι οι κεφαλαλγίες, οι πόνοι της μέσης και οι αρθρίτιδες.

Συχνά η φαρμακευτική αγωγή και οι επεμβατικές θεραπείες φτάνουν έως ένα σημείο και πλέον ο ασθενής καλείται να μάθει να διαχειρίζεται και να ζει με τον πόνο. Και παρόλο που τις περισσότερες φορές υπάρχει παθολογική αιτία πόνου, τελικά ο τρόπος που ο ασθενής θα τον αντιληφθεί και θα τον βιώσει είναι υποκειμενικός και οφείλεται συχνά σε ψυχοσυναισθηματικά αίτια.

Η ψυχολογική υποστήριξη έρχεται να βοηθήσει τον ασθενή, έτσι ώστε να αποκτήσει μία ποιοτική ζωή, τόσο σε επαγγελματικό, όσο και σε προσωπικό/κοινωνικό επίπεδο.

Σημαντικό πρώτο βήμα είναι ο πάσχων να μάθει να ξεχωρίζει τα σήματα πόνου, από τον πόνο που τον καθιστά πραγματικά δυσλειτουργικό και να αναθεωρήσει τις σκέψεις του γύρω από τον πόνο. Ο φόβος γύρω από οποιοδήποτε ερέθισμα στο σώμα του πιθανόν να προκαλέσει άγχος, κοινωνική απομόνωση και τελικά αύξηση της έντασης του πόνου.

Δεύτερο σημαντικό βήμα αποτελεί η εκμάθηση στη σωστή αντιμετώπιση του πόνου και η άμβλυνση της αίσθησης της αβοηθητότητας. Ένα μεγάλο μέρος της διαχείρισης του πόνου επαφίεται στα χέρια του πάσχοντος. Η σωστή λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, η προγραμματισμένη επίσκεψη στον Ιατρό και η συστηματική παρακολούθηση δραστηριοτήτων/θεραπειών που βοηθούν στη μείωση του πόνου (Φυσικοθεραπεία, Γυμναστική κα) είναι σημεία που ο ασθενής συχνά αμελεί με τη σκέψη του «όλα ή τίποτα», δηλαδή «δεν έχει νόημα καμία προσπάθεια, εφόσον θα ζω με χρόνιο πόνο».

Σίγουρα η αποδοχή του πόνου στη ζωή μας είναι ένα δύσκολο σκαλοπάτι, ωστόσο όταν το ανέβει κανείς εμφανίζονται όλα εκείνα τα εργαλεία της διαχείρισης, τα οποία μέχρι τότε ίσως να μην γνωρίζαμε καν ότι υπάρχουν. Ας φροντίσουμε λοιπόν το σώμα μας και την ψυχή μας… άλλωστε αυτά τα δύο είναι ΕΝΑ.

Αναστασία Λεμονή

Ψυχολόγος, MSc Αντιμετώπιση του Πόνου

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική θεραπεία

Η μεγάλη δύναμη ενός μικρού βήματος

By | Uncategorized | No Comments

1_LiqBOxB31pJS5lTuLu_6mwΕάν κάποιος μας ρωτούσε να πούμε με το χέρι στην καρδιά, για πόσο είμαστε διατεθειμένοι να περιμένουμε μέχρι να πραγματοποιηθεί ένας στόχος μας, το πιθανότερο είναι πως θα απαντούσαμε: ούτε μια στιγμή!

Αυτή η ισχυρή επιθυμία για άμεση ικανοποίηση όσων επιδιώκουμε, συχνά μας οδηγεί σε μεγαλεπήβολα σχέδια, τα οποία απαιτούν το ίδιο μεγάλες, άμεσες και δραστικές αλλαγές. Αντίθετα όμως με όσα έχουμε δει σε κινηματογραφικές υπερπαραγωγές και διαβάσει σε λογοτεχνικά βιβλία ή σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων, η επίτευξη των στόχων δεν κατορθώνεται ούτε με ριψοκίνδυνες και θεαματικές κινήσεων, αλλά ούτε και μέσω μιας αναμέτρησης με το χρόνο.

Επειδή οι θορυβώδεις επιτυχίες είναι πιο ορατές από εκείνες που έρχονται σταδιακά, αθόρυβα, με επιμονή και πειθαρχία, βρισκόμαστε συχνά αντιμέτωποι με την “πλάνη του επιζώντος”, όπως την χαρακτηρίζει ο Ρόλφ Ντομπέλλι. Ως εξωτερικοί παρατηρητές – και όχι ως μέλη – ενός συστήματος (καλλιτεχνικού, επιχειρηματικού, αθλητικού) είμαστε θύματα μιας ψευδαίσθησης. Δεν αντιλαμβανόμαστε πόσο μικρή είναι η πιθανότητα μιας ξαφνικής, χωρίς κόπο και πραγματικό προγραμματισμό, επιτυχίας.

Αντίθετα με την ψευδαίσθηση αυτή, σύμφωνα με έρευνες, ο ασφαλέστερος δρόμος για την επίτευξη επαγγελματικών σχεδίων, αλλαγών σε θέματα υγείας ή διατροφής, για τη βελτίωση διαπροσωπικών σχέσεων ή την αλλαγή συνηθειών, ανοίγεται με μικρά βήματα. Αυτά, σε αντίθεση με τις μεγάλες και δραστικές αλλαγές που συχνά επιχειρούμε, δεν θα είναι εξαντλητικά. Προσαρμοσμένα στα μέτρα μας, έχουν περισσότερες πιθανότητες να πραγματοποιηθούν, δίνοντας μας πρώτα ικανοποίηση, αλλά και αυτοπεποίθηση για να συνεχίσουμε.

Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα παραπάνω, σημασία δεν έχει τόσο η ταχύτητα με την οποία προχωράμε, όσο το να μη μένουμε στάσιμοι, φροντίζοντας:

  • Να καθορίσουμε ένα στόχο, ο οποίος να είναι συγκεκριμένος.

Επίσης, να είναι  σημαντικός για εμάς, – ώστε να μην πτοηθούμε από τις οποίες  δυσκολίες συναντήσουμε κατά τη διαδρομής προς την επίτευξη του- και συμβατός με όλα τα δεδομένα της ζωή μας.

  • Να εξετάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες εναλλακτικές και να επιλέξουμε αυτές που πραγματικά ταιριάζουν σε εμάς και στον στόχο που θέσαμε.

Αυτές που μας ζητούν να κοπιάσουμε για την επίτευξη του στόχου μας, χωρίς όμως να υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας.

  • Να κάνουμε άμεσα το πρώτο μικρό βήμα προς το στόχο που καθορίσαμε. 

Να παραμερίσουμε συνήθειες, πεποιθήσεις και δικαιολογίες και να αναλάβουμε δράση. Δεν μπορεί να υπάρξει αλλαγή χωρίς αυτή. Η δράση είναι το εκκολαπτήριο μέσα στο οποίο οι επιθυμίες και τα όνειρα θα εξελιχθούν σε συγκεκριμένους και ώριμους στόχους.

  • Να προγραμματίσουμε την κάθε μέρα.

Ένα μικρό βήμα τη μέρα έχει περισσότερη δύναμη από όσο μπορούμε να φανταστούμε. Επειδή το κάθε μικρό βήμα, ακολουθεί το προηγούμενο και προηγείται του επόμενου!

  • Να επιλέξουμε έξυπνα βήματα.

Βήματα δηλαδή, τα οποία αξιοποιούν όλα τα μέσα και το δυναμικό, που τη συγκεκριμένη στιγμή διαθέτουμε (εμπειρία, δεξιότητες, πληροφορίες, γνωριμίες, πόρους). Συγχρόνως όμως, δεν μας εκθέτουν  στον κίνδυνο του να μην μπορούμε να ανταπεξέλθουμε στο όποιο κόστος μπορεί να συνεπάγεται η αδυναμία επίτευξης του στόχου μας.

  • Να αναστοχαστούμε πρίν συνεχίσουμε, πάνω σε όσα μάθαμε από τα πρώτα μικρά βήματα. 

Οι συνθήκες και τα δεδομένα γύρω μας δε μένουν σταθερά, αλλά αλλάζουν διαρκώς. Παρακολουθούμε τις αλλαγές, αξιολογούμε, προσαρμοζόμαστε  και επανατοποθετούμαστε. Δεν παραλείπουμε να θέτουμε συχνά ερωτήματα, που μας βοηθούν να αξιολογήσουμε την πορεία μας:   εξακολουθούν να συμβαδίζουν οι ενέργειες μας με το στόχο που θέσαμε; Υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να το προσεγγίσουμε  διαφορετικά; Έχουμε δεσμευτεί αρκετά σε αυτόν; Αποτελεί ακόμη ο συγκεκριμενος στοχος προτεραιότητα μας;

  • Συνεχίστε με το επόμενο μικρό βήμα.

Τα μικρα βήματα, λένε, ειναι αυτά που χαράζουν το μονοπάτι που τελικά οδηγεί στην κορυφή του βουνού.

Επιβραβεύστε τον εαυτό σας, για την απόσταση που έχετε ήδη καλύψει προς την επίτευξη του στόχου σας και συνεχίστε με μικρά, σταθερά βήματα μέχρι το τέλος της διαδρομής.

Ελίνα Παυλάκη

Σύμβουλος επικοινωνίας , Personal & Executive coach , Μέλος του ICF

*Just Start: Take Action, Embrace Uncertainty, Create the Future, Leonard A. Schlesinger (2012), Harvard Business School Publishing Corporation.

*Η τέχνη της καθαρής σκέψης, Ρόλφ Ντομπέλλι: (2013), Εκδόσεις Πατάκη.

Κατάθλιψη (Μείζων Καταθλιπτικό Επεισόδιο): Διάγνωση και Θεραπεία

By | Uncategorized | No Comments

16f8cace61a96a6947389fa2dd877701_L

Η κατάθλιψη (ή μείζων καταθλιπτικό επεισόδιο) παρουσιάζει υψηλά ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας. Πολλά από τα άτομα που νοσούν από κατάθλιψη παρουσιάζουν αυτοκτονικό ιδεασμό, διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις και μειωμένη λειτουργικότητα. Από πρόσφατες μελέτες, 7.6% του παγκόσμιου πληθυσμού έπασχε από κατάθλιψη η οποία ήταν πιο συχνή στις γυναίκες. Με την σωστή θεραπεία ,στο μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων που νοσεί από μείζων καταθλιπτικό επεισόδιο (70-80%) μπορεί να επιτευχθεί ύφεση της συμπτωματολογίας.

Στους περισσότερους ασθενείς με κατάθλιψη, δεν επηρεάζεται η εξωτερική εμφάνιση. Ωστόσο, στα άτομα με σοβαρή συμπτωματολογία μπορεί να επηρεασθεί η εξωτερική εμφάνιση αλλά και η προσωπική τους υγιεινή όπως να υπάρξει και αλλαγή στο σωματικό βάρος. Μπορούν επίσης να παρουσιάζουν ψυχοκινητική επιβράδυνση (ή διέγερση) και μείωση της συναισθηματικής έκφρασης (μείωση της δόνησης του συναισθήματος). Συγκεκριμένα, για να τεθεί η διάγνωση πρέπει για τουλάχιστον 2 εβδομάδες να εμφανίζουν τουλάχιστον 5 από τα παρακάτω συμπτώματα: Kαταθλιπτική διάθεση, μειωμένη όρεξη για φαγητό με συνοδό απώλεια βάρους, απώλεια ευχαρίστησης (ανηδονία), ψυχοκινητική επιβράδυνση (ή διέγερση), ιδέες αυτομομφής ή/και αναξιότητας, διάσπαση συγκέντρωσης και προσοχής, διαταραχές ύπνου, μειωμένη λειτουργικότητα, ευχές θανάτου ή/και αυτοκτονικό ιδεασμό.

Στην φαρμακευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης χρησιμοποιούνται ως πρώτη επιλογή τα νεώτερα αντικαταθλιπτικά (SSRI/SNRI) και ως δεύτερης γραμμής τα παλαιότερα αντικαταθλιπτικά (TCA,MAO). Στις ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα έχουν η γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεία (CBT) και η διαπροσωπική ψυχοθεραπεία (IPT).

Βασίλης Σιαπέρας

Ψυχίατρος

Μητρότητα και ψυχική υγεία

By | Uncategorized | No Comments

blues_h

Η είδηση του ερχομού ενός παιδιού σε μία οικογένεια παραδοσιακά αναμένεται να φέρει χαρά στους γονείς. Οι γονείς, και κυρίως η μητέρα, «οφείλουν» να νιώσουν τυχεροί και ευτυχισμένοι. Συνήθως, ο κοινωνικός περίγυρος της εγκύου αρνείται να δεχθεί ότι ο ερχομός ενός παιδιού μπορεί να γεννήσει, πέρα από τα θετικά, και αρνητικά συναισθήματα σε μία γυναίκα. Στην περίπτωση που η μητέρα εκμυστηρευθεί τα αρνητικά συναισθήματα και τους προβληματισμούς της σε συγγενείς ή φίλους συνήθως λαμβάνει απαντήσεις όπως: «εσύ θα έπρεπε να είσαι ευτυχισμένη», «είσαι τυχερή που θα γίνεις μαμά, τι λόγο έχεις να στενοχωριέσαι», κ.α. Έτσι η έγκυος και η νέα μητέρα δεν μπορούν να μοιραστούν το συναισθηματικό φορτίο που τις βαραίνει. Κάποιες φορές μάλιστα νιώθουν και οι ίδιες ότι δεν έχουν δικαίωμα να αισθάνονται θλίψη, απογοήτευση, άγχος και φόβο, αφού όλοι περιμένουν από αυτές να βιώνουν την απόλυτη ευτυχία. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την παραμέληση της ψυχικής υγείας της γυναίκας.

Η αλήθεια όμως είναι πως η εγκυμοσύνη αποτελεί μία εξαιρετικά στρεσογόνο κατάσταση για την γυναίκα. Στην κλίμακα «Holmes-Rahe Stress Inventory» κατατάσσεται δωδέκατη από 43 στρεσογόνα γεγονότα, που μπορούν να συμβούν στην ζωή ενός ανθρώπου. Η περιγεννητική περίοδος εκτείνεται από την έναρξη της εγκυμοσύνης μέχρι και την ολοκλήρωση του πρώτου έτους της ζωής του βρέφους. Σε αυτό το χρονικό διάστημα συμβαίνουν τεράστιες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της ζωής της γυναίκας. Όπως είναι φυσιολογικό, κάτι τέτοιο επηρεάζει και την ψυχική υγεία της εγκύου. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να προετοιμάσει μία μητέρα για τον ρόλο τον οποίο θα κληθεί να αναλάβει. Οι περισσότερες νέες μητέρες βιώνουν αισθήματα μοναξιάς, απώλειας της προηγούμενης ζωής τους, φόβου, αγωνίας, ματαίωσης, αναξιότητας και ενοχής.

Σύμφωνα με το National Institute for Health and Care Excellence (NICE), οι καταθλιπτικές και οι αγχώδεις διαταραχές είναι τα πιο κοινά προβλήματα ψυχικής υγείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, με περίπου το 12% των γυναικών να πάσχουν από κατάθλιψη και το 13% να αντιμετωπίζουν κάποια στιγμή άγχος. Πολλές γυναίκες θα βιώσουν και τα δύο. Η κατάθλιψη και το άγχος επηρεάζουν επίσης το 15-20% των γυναικών κατά το πρώτο έτος μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της επιλόχειας περιόδου, διάφορες διαταραχές, όπως διαταραχή πανικού, διαταραχή γενικευμένου άγχους, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, μετατραυματική διαταραχή στρες και τοκοφοβία (ακραίος φόβος για τοκετό), μπορεί να παρουσιαστούν μόνα τους ή να συνυπάρχουν με την κατάθλιψη. Ακόμη πιο σοβαρές διαταραχές είναι η διπολική διαταραχή και η επιλόχεια ψύχωση, η οποία μπορεί να επανεμφανιστεί ή να επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και την επιλόχεια περίοδο. Η επιλόχεια ψύχωση επηρεάζει 1 με 2 στις 1000 γυναίκες. Αν και η ανταπόκριση στη θεραπεία που αφορά στα προβλήματα ψυχικής υγείας είναι καλή, τα προβλήματα αυτά συχνά δεν αναγνωρίζονται και δεν θεραπεύονται κατά την εγκυμοσύνη και την επιλόχεια περίοδο εξαιτίας των ταμπού που επικρατούν. Αν δεν αντιμετωπιστούν τα προβλήματα αυτά όμως, οι γυναίκες μπορεί να συνεχίσουν να εμφανίζουν συμπτώματα, μερικές φορές για πολλά χρόνια, τα οποία θα επηρεάσουν τόσο τα παιδιά τους όσο και άλλα μέλη της οικογένειας. Το Center Of Perinatal Excellence (COPE) προτείνει να γίνεται ο πρώτος έλεγχος της ψυχικής υγείας της γυναίκας όσο το δυνατόν νωρίτερα κατά την έναρξη της εγκυμοσύνης και να επαναλαμβάνεται ακόμη μία φορά κατά την διάρκεια της προ-γεννητικής περιόδου. Επίσης, θα πρέπει να γίνεται ένας έλεγχος στις 6-12 εβδομάδες μετά την γέννηση του μωρού και ξανά μέσα στο πρώτο έτος της επιλόχειας περιόδου.

Φυσικά δεν πρέπει να θεωρείται ότι κάθε αλλαγή στη διάθεση της εγκύου ή της λεχωίδας συνιστά εμφάνιση κάποιας ψυχικής διαταραχής, καθώς κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και της επιλόχειας περιόδου συμβαίνουν σημαντικότατες αλλαγές στην ζωή μίας γυναίκας, όπως και αξιοσημείωτες αλλαγές σε επίπεδο ορμονών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «λοχειακή δυσφορία» (post-partum blues), η οποία επηρεάζει τα 3/4 των γυναικών, που αποκτούν παιδί. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αστάθεια στο συναίσθημα, κλάμα, ευσυγκινησία, ευερεθιστότητα, καταθλιπτική διάθεση, αϋπνία, σκέψεις ασθένειας και αβεβαιότητα σχετικά με την ικανότητά της μητέρας να αντεπεξέλθει στον ρόλο της μητέρας. Ως αιτία εμφάνισης της λοχειακής δυσφορίας θεωρείται η απότομη πτώση της προγεστερόνης και των οιστρογόνων, καθώς και του νατρίου μετά την εγκυμοσύνη. Τα συμπτώματα της λοχειακής δυσφορίας εμφανίζονται συνήθως την πρώτη εβδομάδα μετά τον τοκετό, κορυφώνονται την 4η με 5η ημέρα και αποδράμουν μετά την 10η ημέρα. Δεν απαιτείται ειδική παρέμβαση καθώς αποτελεί μία αυτοπεριοριζόμενη κατάσταση. Η καθησύχαση, η επίδειξη ειλικρινούς ενδιαφέροντος και η προγεννητική εκπαίδευση των γονέων βοηθούν να ξεπεραστεί η συγκεκριμένη κατάσταση. Σε περίπτωση που τα συμπτώματα επιμένουν για περισσότερο από δύο εβδομάδες απαιτείται επίσκεψη σε ψυχολόγο ή ψυχίατρο, αφού υπάρχει πιθανότητα μετάπτωσης των συμπτωμάτων σε κατάθλιψη.

Συνήθως οι γυναικολόγοι-μαιευτήρες είναι ευαισθητοποιημένοι σε θέματα ψυχικής υγείας και μπορούν να κατευθύνουν μία γυναίκα σε έναν ψυχολόγο ή ψυχίατρο. Σε κάθε περίπτωση, όταν μία έγκυος ή μία νέα μητέρα νιώσει την ανάγκη να συμβουλευθεί κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας σχετικά με θέματα που αφορούν την ψυχική της υγεία θα πρέπει να το πράξει άμεσα καθώς η έγκαιρη αναγνώριση ψυχοπαθολογικής συμπτωματολογίας και η κατάλληλη αντιμετώπιση αυτής μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής της ίδιας και του παιδιού προλαμβάνοντας σοβαρές και μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Πηγές:-     Center of Perinatal Excellence (2017), “Mental Health Care in the Perinatal Period Australian Clinical Practice Guideline” Commonwealth of Australia as represented by the Department of Health

  • National Institute for Health and Clinical Excellence. (2014), “Antenatal and postnatal mental health: clinical management and service guidance”. The British Psychological Society and the Royal College of Physicians and National Institute for Health and Clinical Excellence.
  • Παπαδημητρίου, Γ.Ν., Λιάπας, Ι.Α., Λύκουρας, Ε. (2013) «Σύγχρονη Ψυχιατρική», Εκδόσεις Βήτα, Αθήνα, σελ. 489-497
  • https://www.stress.org/holmes-rahe-stress-inventory/

Ανδρουτσάκος Ιωάννης

Ψυχολόγος, MSc

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία