Category

Uncategorized

Θεραπευτική σχέση: Μια σχέση απαραίτητη για την πορεία της θεραπείας

By | Uncategorized | No Comments

θεραπευτική σχεση

Είναι γενικά παραδεκτό πως δε νοείται θεραπεία χωρίς την ύπαρξη μιας σχέσης. Μιας σχέσης ‘ζωής’ ανάμεσα στον θεραπευτή[1] και τον θεραπευόμενο[2] που οφείλει να πληροί τις απαραίτητες προδιαγραφές για να χαρακτηριστεί θεραπευτική. Η θεραπευτική σχέση[3] αποτελεί το σημαντικότερο συστατικό κάθε θεραπευτικής διαδικασίας. Η σημασία της έχει υπογραμμιστεί από τον πατέρα της ψυχανάλυσης, Sigmund Freud, το 1912, ο οποίος την ανήγαγε σε μια φιλική έκφραση στοργής και κατανόησης προς το πρόσωπο του θεραπευόμενου. Η αξία της θα μπορούσε να συνοψιστεί σε τρεις παράγοντες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν μελετητές της επιστήμης της ψυχολογίας: στον δεσμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δύο άτομα, στους στόχους που τίθενται από κοινού και στις θεραπευτικές δραστηριότητες που θα οδηγήσουν στην υλοποίηση των στόχων. Η βιβλιογραφία, παράλληλα, αναφέρει πως η προσωπικότητα του θεραπευτή, τα προβλήματα/αιτήματα του θεραπευόμενου, και κυρίως η φύση της εκάστοτε διαταραχής, ‘ευθύνονται’ για την ύπαρξη, ή μη, της θεραπευτικής σχέσης αλλά και την ποιότητά της.

Ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση μιας αποτελεσματικής θεραπευτικής σχέσης θεωρούνται η ενσυναίσθηση και η κατανόηση του θεραπευόμενου, ο σεβασμός και η αποδοχή της μοναδικότητας του, καθώς και το ‘συναισθηματικό δέσιμο’ που φανερώνει εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του θεραπευτή. Ποικίλες έρευνες αναφέρουν πως οι παραπάνω προϋποθέσεις συνδυαστικά με την αρμονική συνεργασία, την ενεργό συμμετοχή, την ποιοτική επικοινωνία και γενικά τη συνολική πορεία της θεραπείας, εξασφαλίζουν τα μέγιστα αποτελέσματα ως προς την ανακούφιση του θεραπευόμενου και την επίτευξη των στόχων της θεραπείας. Ως επιπρόσθετα συστατικά της θεραπευτικής σχέσης ορίζονται η συμφωνία για τα καθήκοντα και η ανάπτυξη μιας αμοιβαίας προσωπικής δέσμευσης.

Ειδικοί του χώρου επισημαίνουν τρία είδη ‘αναλγητικών’: την προστασία της αυτοεκτίμησης και της τραυματισμένης εικόνας του θεραπευόμενου, τον βαθμό κατανόησης και αποδοχής της αλήθειας του ίδιου του θεραπευόμενου, και τέλος, την προσφορά μιας ελπιδοφόρας προοπτικής. Σαφέστατα, λοιπόν, υποστηρίζεται πως όταν ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο αναπτύσσεται μια καλή θεραπευτική συμμαχία, η έκβαση της θεραπείας και τα αποτελέσματά της μόνο θετικά μπορεί να είναι, δεδομένου ότι η ίδια η σχέση σηματοδοτεί τον τρόπο με τον οποίο (συ)σχετίζονται ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος ώστε ο τελευταίος να επωφεληθεί των αποτελεσμάτων της.

Δεδομένου ότι δεν πρόκειται για μια στατική διεργασία, η θεραπευτική σχέση διακρίνεται σε δύο τύπους: τη ‘‘συμμαχία τύπου 1’’, όπου ενυπάρχουν τα θετικά συναισθήματα που εισπράττει ο θεραπευόμενος και τη ‘‘συμμαχία τύπου 2’’, η όποια που στηρίζεται στην αμοιβαία δέσμευση, με απώτερο πάντα σκοπό το αίσθημα της  συνεχούς βελτίωσης του θεραπευόμενου. Γίνεται, επομένως, σαφές πως η θεραπευτική σχέση, οφείλει να εμπεριέχει εμπιστευτικότητα, εξηγήσεις, μέθοδο, ελπίδα, αποφόρτιση, τόνωση της αυτοεικόνας και της αυτοεκτίμησης του θεραπευόμενου, εξασφαλίζοντας την επιτυχία.

Κλείνοντας, θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει τη θεραπευτική συμμαχία με τη χειρουργική αναισθησία. Το άτομο υποβάλλεται σε ‘αναισθησία’, δείχνοντας εμπιστοσύνη στον γιατρό. Αντίστοιχα, για τη θεραπεία του θεραπευόμενου απαιτείται η εδραίωση μιας θεραπευτικής σχέσης, μιας σχέσης εμπιστοσύνης προς τον θεραπευτή που όχι μόνο εδραιώνεται λόγω του επαγγελματικού απορρήτου που τον διακρίνει, αλλά κυρίως γιατί τα θεμέλιά της βασίζονται στο ανιδιοτελές ενδιαφέρον και νοιάξιμο που ο τελευταίος εκφράζει απέναντι στο πρόσωπο του θεραπευόμενου που σταδιακά… αποκαλύπτει… και αποκαλύπτεται. Η εξέλιξη της θεραπείας και η ικανοποίηση των αναγκών του θεραπευόμενου, δυνητικά καθορίζουν και την αποπεράτωση της θεραπευτικής σχέσης.

[1] Με τον όρο θεραπευτής θα εννοείται εφεξής και ο όρος θεραπεύτρια.

[2] Με τον όρο θεραπευόμενος θα εννοείται εφεξής και ο όρος θεραπευόμενη.

[3] Αν και ορισμένοι τείνουν να διαχωρίζουν τον όρο θεραπευτική σχέση από τον όρο θεραπευτική συμμαχία, στο παρόν κείμενο θα θεωρηθεί παρόμοιος, για λόγους συντομίας του άρθρου, και όχι ταυτόσημος.

Κατερίνα Λεβάκη,

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία

Διδάκτωρ Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης

Ζητήματα “αυτοεκτίμησης”

By | Uncategorized | No Comments

_Ζητήματα αυτοεκτίμησης_

Ο όρος «αυτοεκτίμηση» αφορά στις σκέψεις, πεποιθήσεις, προσδοκίες, συναισθήματα κτλ που έχουμε για τον εαυτό μας. Με άλλα λόγια αυτά που πιστεύουμε ότι είμαστε, ότι μπορούμε να καταφέρουμε, ότι σκέφτονται οι άλλοι για εμάς.

Η χαμηλη αυτοεκτίμηση μπορεί να εκφράζεται μέσα από συνεχή αρνητική αυτοκριτκή και αμφιβολίες, δυσκολία λήψης αποφάσεων, προσαρμογή της γνώμης μας στη γνώμη των άλλων, αποφυγή «δύσκολων» καταστάσεων, παθολογικές σχέσεις, έλλειψη διεκδικητικής συμπεριφοράς κ.α. Αντίθετα ο άνθρωπος με υγιή αυτοεκτίμηση έχει μια θετική στάση απέναντι στη ζωή και στον εαυτό του, απέναντι στα λάθη που κάνει και τις δυσκολίες του, παίρνει αποφάσεις, διεκδικεί τα δικαιώματά του και μπορεί να θέτει στόχους με σιγουριά.

Η αυτοεκτίμηση χτίζεται σε νεαρή ηλικία, κυρίως μέσα από τις σχέσεις που έχει το παιδί με τους γονείς, τους συνομηλίκους και «σημαντικούς άλλους». Ο γονιός που απορρίπτει το παιδί του, δεν το επιβραβεύει, αδιαφορεί και/ή δεν το αποδέχεται όπως πραγματικά είναι συντελεί στη δημιουργία ενός σαθρού υπόβαθρου που θα καθορίσει τη μετέπειτα ζωή του. Θα καθορίσει τη συμπεριφορά του, τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους και σε τελική ανάλυση την ευτυχία του.

Δεν είναι απαραίτητο ότι κάποιος άνθρωπος έχει την ίδια «χαμηλή αυτοεκτίμηση» σε όλους τους τομείς της ζωής του. Μπορεί κάποιος για παράδειγμα να έχει «χαμηλή αυτοεκτίμηση» στον τομέα των ερωτικών σχέσεων, αλλά να αισθάνεται σιγουριά στον επαγγελματικό τομέα. Πολύ συχνά μάλιστα η  «έλλειψη αυτοπεποίθησης» σε έναν τομέα (π.χ. στις σχέσεις) μπορεί να οδηγήσει το άτομο σε «υπερλειτουργία» σε άλλον τομέα (π.χ. κυνήγι καριέρας), μέσα στα πλαίσια μιας προσπάθειας «υπερ-αναπλήρωσης» του αισθήματος ανασφάλειας στον άλλο τομέα.

Σήμερα πολλοί από εμάς βασίζουμε την αυτοεκτίμηση στις επιτυχίες μας. Η αυτοεκτίμηση όμως αυτή που στηρίζεται στις επιτυχίες μας είναι στην πραγματικότητα μια «ψευδοεκτίμηση». Η πραγματική αυτοεκτίμηση στηρίζεται στην προσωπική μας αίσθηση αυτοσεβασμού, την οποία είτε αποκτήσαμε ήδη  στην παιδική μας ηλικία είτε όχι, και  η οποία δεν μπορεί να στηριχτεί στην εμφάνιση, το ταλέντο, την επαγγελματική επιτυχία,το κοινωνικό status, τα χρήματα κτλ. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι πολλά διάσημα άτομα με πολλά χρήματα και άτομα που έχουν καταφέρει πολλά στη ζωή τους δεν έχουν παρόλα αυτά καλή σχέση με τον εαυτό τους, πάσχουν από κατάθλιψη και ενίοτε φτάνουν και μέχρι την αυτοκτονία (Marylin Monroe, Robin Williams κ.α)

Δεν είναι όμως ποτέ αργά να βελτιώσουμε την πληγωμένη μας αυτοεκτίμηση. Αυτό είναι κάτι που γίνεται μέσω της ψυχοθεραπείας, η οποία μας παρέχει «διορθωτικές εμπειρίες» πάνω στις αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος, βοηθώντας μας να βελτιώσουμε συναισθηματικές ελλείψεις, για τη δημιουργία των οποίων ναι μεν δε φταίγαμε εμείς, τις οποίες όμως παρόλα αυτά υποστήκαμε.  Η ψυχοθεραπεία μπορεί να μας βοηθήσει να ξεφύγουμε από το άγχος, τη θλίψη και την παθολογία που η «χαμηλή αυτοεκτίμηση» συνεπάγεται και να βελτιώσουμε σημαντικά το επίπεδο της ζωής μας. Αρκεί να βρούμε το θάρρος να κάνουμε αυτό το βήμα.

Γεωργία Μαριακάκη, ΜSc

Κλινική Ψυχολόγος

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία

Το κίνημα των χαλαρών γονιών

By | Uncategorized | No Comments

Manage-your-time-for-kids

Η παιδική ηλικία στο μυαλό των σύγχρονων γονιών του δυτικού κόσμου είναι συνώνυμη με την ανεμελιά και τη χαρά. Τουλάχιστον ήταν, μέχρι τη στιγμή που ένα νέο παγκόσμιο κίνημα γονιών έθεσε πιο συγκεκριμένα από ποτέ άλλοτε το ερώτημα: κατά πόσο η καθημερινότητα, το πιεστικό πρόγραμμα και οι προσδοκίες των γονιών, επιτρέπουν στα σημερινά παιδιά να απολαύσουν πραγματικά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους;

Εμπνευστής του “slow parenting” ή αλλιώς του «κινήματος των χαλαρών γονιών» είναι ο Carl Honore. Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος συνειδητοποίησε μερικά χρόνια πριν, στην εύπορη γειτονιά του Λονδίνου όπου ζει, πως οι ταχύτατοι ρυθμοί της εποχής, εκτός από τον ίδιο, είχαν παρασύρει και τα δύο παιδιά του. Ζούσαν ακολουθώντας ένα εξαντλητικό για την ηλικία τους πρόγραμμα, γεμάτο με μαθήματα του σχολείου και αμέτρητες οργανωμένες δραστηριότητες. Κάπου ανάμεσα στις ξένες γλώσσες, τα αθλήματα και τα μαθήματα χορού τα παιδιά »ξεχνούσαν» να χαλαρώσουν και να παίξουν. Διαπίστωσε, πως η προσπάθεια των γονιών να αναπτύξουν στο έπακρο τις ικανότητες των παιδιών τους και η επιθυμία τους να τα δουν να αριστεύουν, σφυρηλατούσαν ένα νέο είδος παιδικής ηλικίας. Οι πρωταγωνιστές της, αγχωμένα, κουρασμένα και παραχαϊδεμένα παιδιά.

Το Slow Parenting ψάχνει απαντήσεις σε ερωτήματα, όπως το: πόσο πρέπει να φορτώνουμε και να πιέζουμε τα παιδιά μας; Πόσο πολυάσχολα πρέπει να είναι; πόση τεχνολογία χρειάζονται; πόσο δύσκολο είναι να επιτρέψουμε τελικά στα παιδιά να παραμείνουν παιδιά;

Ο Honore μας καλεί να χαλαρώσουμε, να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να εμπιστευτούμε τα παιδιά μας. Να τους δώσουμε το χώρο και τον ελεύθερο χρόνο να ανακαλύψουν πράγματα με τους δικούς τους ρυθμούς και με τα δικά τους μάτια. Να επικεντρωθούμε στη δύναμη της μεταξύ μας σχέσης. Να τα βοηθήσουμε να ξαναβρούν τη φαντασία και την περιέργεια τους. Να τολμήσουμε να τα αφήσουμε να πάρουν μικρά ρίσκα.

«Slow Parenting δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση να τα κάνουμε όλα με ρυθμούς σαλιγκαριού, αντίθετα σημαίνει να τα κάνουμε σωστά και με μέτρο» διευκρινίζει ο Honore, που το τελευταίο του βιβλίο “Under Pressure” μεταφράστηκε σε 16 γλώσσες και χαρακτηρίστηκε από το περιοδικό TIME, Βίβλος του «κινήματος των χαλαρών γονιών».

Το φιλοσοφία του Slow Parenting ακουμπά μεταξύ άλλων θέματα όπως, τα πρώιμα χρόνια των παιδιών, το σχολείο, την πειθαρχία, την επιλογή παιχνιδιών, τον καταναλωτισμό, το διάβασμα στο σπίτι. Στο επίκεντρο πάντα το παιδί, το οποίο αναμφισβήτητα πρέπει να προσπαθήσει και να κοπιάσει . Πρωτίστως ,όμως, σύμφωνα με τη θεωρία, πρέπει να απολαύσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του. «Κατά βάθος, οι περισσότεροι γνωρίζουμε πως είναι παράλογο να διαχειριζόμαστε τα παιδιά μας με τόση υπερβολή. Το πρόβλημα, όμως , είναι ότι παρασυρόμαστε πολύ εύκολα» αναφέρει ο Honore, προσκαλώντας μας να πάψουμε να βλέπουμε την ανατροφή των παιδιών μας σαν αγώνα ταχύτητας και να τη ζήσουμε μαζί τους σαν ένα συναρπαστικό ταξίδι.

Το βιβλίο “under pressure” κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο «Το μανιφέστο της χαρούμενης παιδικής ηλικίας», εκδόσεις Αερόστατο.

Ελίνα Παυλάκη

Σύμβουλος επικοινωνίας , Personal & Executive coach , Μέλος του ICF

Η Μετάβαση στη πατρότητα

By | Uncategorized | No Comments

 cache_728x3000_Analog_medium_507389_32564_3132018

Η αλήθεια είναι πως πολλές φορές ξεχνάμε την αξία της πατρικής φιγούρας, καθώς επισκιάζεται από τη μητρική αν και είναι εξίσου σημαντικός. Υπάρχει πληθώρα άρθρων και βιβλίων που αναφέρονται στη μητρότητα  γι αυτό, σκοπός αυτού του άρθρου  είναι να στρέψει τον προβολέα στον πατέρα, στον συχνά αποκαλούμενο «αφανή ήρωα».

 Ξεκινώντας από την αρχή, από τη περίοδο της εγκυμοσύνης, ο πατέρας αναγκάζεται να βιώσει την ψυχοβιολογική ανάπτυξη του εμβρύου, τη γέννηση και το θηλασμό  από «δεύτερο χέρι», έχοντας μια εμπειρία λιγότερο «αντικειμενική» από εκείνη της μητέρας. Χρειάζεται λοιπόν να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του και να μπει στη διαδικασία να οραματιστεί το βρέφος «υποκειμενικά», το πως είναι, πως θα γίνει και τη μετέπειτα σχέση τους. Επιπλέον η προσοχή όλων είναι στην σύντροφό του και αργότερα στο παιδί. Καθ’ όλη λοιπόν τη φάση της εγκυμοσύνης αλλά και αργότερα, μετά τον τοκετό, οι άνδρες συχνά αισθάνονται παραγκωνισμένοι και βιώνουν συναισθήματα μοναξιάς.

 Η σύντροφος απορροφημένη από τις δικές τις ψυχοσωματικές ανάγκες και εκείνες του παιδιού της, δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες του που άλλοτε ικανοποιούσε και ανάγκες οι οποίες με τον καιρό εντείνονται.  Αυτή ακριβώς η έλλειψη αναγκών προσοχής και ενδιαφέροντος που μένουν ανικανοποίητες μπορούν να του προκαλέσουν από ψυχαναλυτική σκοπιά την αναβίωση αισθημάτων εγκατάλειψης και ανεκπλήρωτων αναγκών από τη μητέρα των παιδικών του χρόνων. Παραδείγματα τέτοια θα μπορούσαν να ήταν όταν η μητέρα του έμεινε έγκυος στο αδελφάκι του ή κατά  το οιδιπόδειο σύνδρομο όπου αναγκάστηκε να απομακρυνθεί. Οι ταυτίσεις με τον πατέρα ή τη μητέρα της παιδικής και ενήλικης ζωής και η διεργασία των ταυτίσεων αυτών, παίζουν σημαντικό ρόλο στη μετάβαση και ταυτότητα του πατρικού ρόλου. Σύμφωνα με έρευνες, όσοι είχαν ένα συναισθηματικά «απών» πατέρα και δεν τον είχαν «χορτάσει», δυσκολεύονταν  να ανακτήσουν επαφή με τον «καλό πατέρα» και δυσκολεύονταν στο να συντονιστούν με τις συντρόφους τους σχηματίζοντας μια «συμμαχία εγκυμοσύνης».

 Βιώνουν με δέος το τέλος της εγκυμοσύνης και τον τοκετό, καθώς γίνεται «κάτι» πέρα από τη δυνατότητα ελέγχου του πατέρα το οποίο στα μάτια τους μπορεί να φαντάζει σχεδόν μαγικό. Υπάρχουν άντρες που το αντιμετωπίζουν με δέος και θαυμασμό και άντρες που το αντιμετωπίζουν με φρίκη.  Είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο, οτι οι περισσότεροι άνδρες που είναι παρόντες στο τοκετό βιώνουν ένα νεο επίπεδο συναισθήματος, άλλοτε πολύ θετικό και άλλοτε πολύ αρνητικό.

 Ας μη ξεχνάμε και το φαινόμενο «couvade» ή αλλιώς «λοχεία του συζύγου» κατά το οποίο κάποιοι άνδρες έχουν συμπτωματολογία παρόμοια με εκείνη της εγκυμονούσας συντρόφου τους στα πλαίσια της ταύτισης μαζί της (μειωμένη όρεξη για φαγητό στην αρχή, ναυτία,  στομαχόπονο, μεγάλη αύξηση βάρους κ.α).  Τα συμπτώματα αυτά τις περισσότερες φορές περνούν απαρατήρητα  και από τους ίδιους, μη μπαίνοντας στη διαδικασία να τα συνδέσουν με την εγκυμοσύνη της συντρόφους και χωρίς να επισκεφτούν κάποιον ιατρό. Μοιάζει σαν να προτιμούν να υποφέρουν σιωπηλά. Εξάλλου ούτε οι γύρω δίνουν σημασία στα συμπτώματα αυτά καθώς το σύνδρομο αυτό δεν είναι κάτι ευρέως γνωστό και αναγνωρισμένο από την κοινωνία. Σύμφωνα με την Delaisi de Parseval (1981),  είναι σημαντική η αποδοχή αυτής κατάστασης ώστε να επιτραπεί στον άνδρα, έστω με αυτό τον μερικό τρόπο, να βιώσει τη σωματική διάσταση της πατρότητας.

 Ποικίλες μελέτες δείχνουν ιδιαίτερα αυξημένο άγχος σε επικείμενους πατέρες, το οποίο ξεκινά κατά την εγκυμοσύνη και εκτείνεται εως και τα τρία πρώτα έτη ζωής του παιδιού. Πέρα από το ψυχολογικό κομμάτι που αναφέραμε περί ταύτισης και συναισθήματος μοναξιάς, υπάρχει και το συνειδητό επίπεδο κατά το οποίο οι άνδρες βιώνουν μεγάλες αλλαγές στην αίσθηση των υποχρεώσεων απέναντι στο παιδί και αβεβαιότητα στο κατά πόσο το παιδί θα επηρεάσει τη συζυγική σχέση και τη προσωπική τους ζωή.

 Όλα αυτά όμως αποτελούν κομμάτι της τυπικής εξελικτικής διεργασίας των ανδρών και όχι κάποια μορφή ψυχοπαθολογίας. Καθώς αυτή η αποσταθεροποίηση μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα ανελικτική πορεία.

 Σύμφωνα με έρευνες στις οποίες πήραν μέρος Έλληνες άνδρες, φάνηκε οτι η ενεργητική συμμετοχή του άνδρα στην εγκυμοσύνη της συντρόφου και στη φροντίδα του βρέφους καθώς και η θετική εμπειρία του τοκετού, μειώνουν σημαντικά τα επίπεδα άγχους τους.

 Ας μη ξεχνάμε λοιπόν οτι κάθε φορά που γεννιέται ένα παιδί, δε γεννιέται μόνο μια μητέρα αλλά και ένας πατέρας ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός αρωγός στη ψυχοσωματική υγεία και φροντίδα τόσο του παιδιού όσο και της μητέρας.

Πηγή:  Δραγώνα, Θ. & Τσιάντης, Γ. (2008). Μωρά και μητέρες Ψυχοκοινωνική ανάπτυξη και υγεία στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής. Εκδόσεις  Καστανιώτη

Ουρανία Ζερικιώτη, ΜSc

Ψυχολόγος της Υγείας

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία

Εθισμός στο Διαδίκτυο σε Παιδιά και Εφήβους

By | Uncategorized | No Comments

diadiktio_ethismos_prolipsi_tropoi_antimetwpisis

Η χρήση του διαδικτύου στις μέρες μας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Προσφέρει πρόσβαση σε πληθώρα πληροφοριών, μορφές ψυχαγωγίας, επικοινωνίας , αγοραπωλησίες με εύκολο και ανέξοδο τρόπο. Ταυτόχρονα, η ύπαρξη κοινωνικών δικτύων ικανοποιεί την ανάγκη του ατόμου για επικοινωνία, χωρίς αυτή να παρεμποδίζεται από ανασταλτικούς παράγοντες όπως το κόστος, η απόσταση, η εσωστρέφεια και η συστολή, αλλά και προβλήματα στην εξωτερική εμφάνιση.

Φαίνεται όμως ότι όσο περισσότερο χρόνο περνάει κάποιος στο διαδίκτυο, τόσο λιγότερο χρόνο διαθέτει στην πραγματική ζωή. Συχνά λοιπόν παρατηρούνται φαινόμενα έντονης ενασχόλησης με το διαδίκτυο που χαρακτηρίζονται ως εθισμός. Ένα άτομο θεωρείται εθισμένο στο διαδίκτυο όταν η ενασχόληση του με αυτό είναι πολύωρη ώστε να χάνει στην αίσθηση του χρόνου και ταυτόχρονα αδυνατεί να ελέγξει την χρήση του με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η ζωή του.

Ένα άτομο θεωρείται εθισμένο στο διαδίκτυο όταν έχει  προδιάθεση για εθισμό στο διαδίκτυο, ανάγκη για μεγαλύτερο χρόνο σε on line παιχνίδια, έχει κάνει επανειλημμένες προσπάθειες μείωσης της χρήσης του διαδικτύου, παρουσιάζει στερητικό σύνδρομο από την μείωση της χρήσης (χτυπούν τα δάχτυλα ώστε να θυμίζει πληκτρολόγηση κ.α.), έχει θέματα διαχείρισης χρόνου, το περιβάλλον του (οικογένεια, σχολείο, εργασία, φίλοι) ανησυχεί για το χρόνο που αφιερώνει στο διαδίκτυο  , εξαπάτα τους  γονείς του για το χρόνο που αφιερώνει σε on line παιχνίδια και παρουσιάζει αλλαγή διάθεσης λόγω της χρήσης του διαδικτύου.

Επιπλέον, εθισμός στο διαδίκτυο θεωρείται και η υπερβολική χρήση παιχνιδιών καθώς και οι παρακάτω υποκατηγορίες: εθισμός στο διαδικτυακό σεξ, εθισμός στις διαδικτυακές σχέσεις (κοινωνική δικτύωση), υπερβολική ενασχόληση με διαδικτυακές προσωπικές σχέσεις, εθισμός σε on line απευθείας σύνδεσης ηλεκτρονικά και τυχερά παιχνίδια, καταναγκαστικές αγοραπωλησίες και περιήγηση σε ιστοσελίδες.

Ο εθισμός στο διαδίκτυο φαίνεται ότι παρουσιάζει υψηλή συννοσηρότητα με διαταραχές όπως η κατάθλιψη, το κοινωνικό άγχος, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, το αυξημένο άγχος και η ΔΕΠ-Υ. Η φαρμακοθεραπεία με τη λήψη μεθυλοφαινιδάτης φαίνεται αποτελεσματική τόσο στην ΔΕΠ-Υ όσο και στα συμπτώματα του εθισμού στο διαδίκτυο.

Στην περίπτωση του εθισμού στο διαδίκτυο, η θεραπευτική διαδικασία έχει ως στόχο τη σωστή διαχείριση του χρόνου ώστε οι έφηβοι να αναγνωρίσουν, να οργανώσουν και να διαχειριστούν τον χρόνο που ξοδεύουν σε on line παιχνίδια και να θέσουν στόχους.

Πως θα βοηθήσουμε το παιδί/έφηβο:

Οι γονείς είναι σημαντικό να κατανοήσουν τα συμπτώματα του εθισμού, να εξασκηθούν σε λειτουργικότερους τρόπους επικοινωνίας με το παιδί τους και να εκδηλώνουν αγάπη προς αυτά. Η παρακολούθηση των on line δραστηριοτήτων των παιδιών/εφήβων θα βοηθήσει τους γονείς να καταλάβουν το μέγεθος του προβλήματος

Το παιδί/έφηβος πρέπει να κατανοήσει με τη σειρά του τα συμπτώματα του εθισμού του και των δυσλειτουργικών συμπεριφορών που συνεπάγεται και να  εκπαιδευτεί στη λειτουργική χρήση του διαδικτύου.

Στην προσπάθεια μας να βοηθήσουμε το εθισμένο παιδί/έφηβο θέτουμε ρεαλιστικούς στόχους για παράδειγμα η πλήρης αποχή από το ίντερνετ δεν είναι εφικτή, αλλά στόχος είναι η ελεγχόμενη χρήση του. Ακόμα, εφαρμόζουμε συμπεριφοριστικές τεχνικές όπως το ξυπνητήρι που ορίζει τον χρόνο χρήσης π.χ. 40 λεπτά, ο περιορισμός της χρήσης της τεχνολογίας για 1- 2 μέρες, η αποφυγή της χρήσης τεχνολογικών μέσων τις Κυριακές και τις Αργίες αλλά και η χρήση καρτών κινήτρων (κάρτες υπενθύμισης δραστηριοτήτων που δεν σχετίζονται με το διαδίκτυο π.χ. «Να θυμηθώ να πάω για σινεμά, προπόνηση κτλ»).

Επιπλέον, οι τεχνικές χαλάρωσης (π.χ. διαφραγματική αναπνοή) φαίνεται να βοηθούν το παιδί/έφηβο να χαλαρώσει και έτσι να μειωθούν η υπερδιέγερση και τα συμπτώματα της στέρησης. Τέλος, αν κρίνουμε ότι χρειάζεται απευθυνόμαστε σε ειδικές δομές απεξάρτησης από το Διαδίκτυο προκειμένου να βοηθήσουμε το εθισμένο παιδί/έφηβο.

Αναστασία Στάμου, MSc

Παιδοψυχολόγος

Ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική θεραπεία 

Σχολικός Εκφοβισμός (Bullying)

By | Uncategorized | No Comments

No_Bullying_Cavendis_1404735236

Το φαινόμενο του Εκφοβισμού (Bullying) έχει πάρει τα τελευταία χρόνια μεγάλες διαστάσεις μέσα στο σχολικό περιβάλλον. Παρατηρείται έντονα πλέον από τις μικρές τάξεις του Νηπιαγωγείου μέχρι και το Πανεπιστήμιο.

To bullying (εκφοβισμός) είναι μία επιθετική συμπεριφορά που εκδηλώνεται σκόπιμα από έναν μαθητή/τρια ή μια ομάδα μαθητών/τριών προς έναν άλλον μαθητή/τρια. Eίναι στοχευμένη, σκόπιμη, επαναλαμβανόμενη και περιλαμβάνει ανισορροπία δύναμης και αντοχής.

Τα εμπλεκόμενα μέλη αναφέρονται ως ο/η Θύτης, το Θύμα (στόχος), ο/η Παρατηρητής και το παιδί Θύτης – Θύμα ( είναι ο μαθητής που έχει δεχτεί εκφοβισμό, αλλά έχει εκφοβίσει και ο ίδιος).

Οι μορφές της επιθετικής συμπεριφοράς εμφανίζονται ως:

α) Σωματική βία όπου εκδηλώνεται με χτυπήματα, σπρωξίματα, κλωτσιές, τσιμπιές, στριμώγματα κ.α.

β) Ψυχολογική βία όπου εκφράζεται με διάφορα πειράγματα, παρατσούκλια, κοροϊδία, διάδοση φημών, εξύβριση, ταπείνωση, εξευτελισμός, ρατσιστικά σχόλια, απειλές. Ακόμα, περιλαμβάνει επίσης και τον εσκεμμένο αποκλεισμό μαθητών από διάφορες κοινωνικές και σχολικές δραστηριότητες.

γ) Σεξουαλική παρενόχληση όπου χαρακτηρίζεται από σεξουαλικά, ταπεινωτικά σχόλια, ανεπιθύμητα αγγίγματα, εξαναγκασμό του θύματος να παρακολουθεί ή να συμμετέχει ενεργά σε σεξουαλικές πράξεις και βιασμό. Το παιδί Θύμα μπορεί να εξαναγκαστεί να πράξει ή να υποστεί το ίδιο κάποια από τις παραπάνω συμπεριφορές.

δ) Οικονομική εκμετάλλευση όπου εκφράζεται με κλοπή ή φθορά προσωπικών αντικειμένων, χρημάτων κ.α.

ε) Διαδικτυακός εκφοβισμός (cyber bullying) όπου χαρακτηρίζεται από διάφορες μορφές ψυχολογικής κακοποίησης οι οποίες συνδέονται με το συμβατικό εκβιασμό, μέσω του διαδικτύου ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με σκοπό τη σκόπιμη ζημιά ενός ατόμου ή μιας ομάδας όπως διακωμώδηση – εξευτελισμός ενός προσώπου μέσω Internet, αποστολή προσβλητικών μηνυμάτων ή άσεμνου περιεχομένου μέσω Internet ή διαφόρων διαδικτυακών εφαρμογών, εξευτελισμός παιδιού ή εφήβου, με τη δημιουργία ενός προφίλ ή μπλογκ το οποίο περιλαμβάνει σκόπιμα λανθασμένο και εξευτελιστικό περιεχόμενο, αποστολή απειλών, δημοσιοποίηση προσωπικών βίντεο ή φωτογραφιών χωρίς τη συγκατάθεση του ατόμου.

Φαίνεται ότι ο εκφοβισμός παίρνει διαφορετική μορφή ανάλογα με το φύλο. Έχει παρατηρηθεί ότι τα αγόρια χρησιμοποιούν συνήθως άμεσες μορφές εκφοβισμού που σχετίζονται κυρίως με την σωματική τους υπεροχή π.χ. χτυπούν, σπρώχνουν κ.α.  Ενώ τα κορίτσια χρησιμοποιούν πιο έμμεσους τρόπους όπως το κουτσομπολιό, οι φήμες, ο κοινωνικός αποκλεισμός και το internet.

Τα παιδιά που έχουν περισσότερες πιθανότητες να δεχτούν εκφοβισμό είναι συνήθως σωματικά πιο αδύναμα από τα παιδιά της ηλικίας τους, είναι ευαίσθητα, ντροπαλά, εσωστρεφή, βάζουν εύκολα τα κλάματα, έχουν αρνητική εικόνα εαυτού – χαμηλή αυτοπεποίθηση, δυσκολεύονται να επιβληθούν στην ομάδα, δεν ενοχλούν και δεν προκαλούν, σχετίζονται καλύτερα με τους ενήλικες.

Τα παιδιά που έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκφοβίσουν είναι συνήθως σωματικά πιο δυνατά συγκριτικά με τους συνομήλικους, είναι σχετικά δημοφιλή, αντιδραστικά, προκλητικά ακόμα και  προς τους ενήλικες, θυμώνουν εύκολα και έχουν χαμηλή ανοχή στην ματαίωση.

Οι επιπτώσεις του σχολικού εκφοβισμού είναι σοβαρές και μακροχρόνιες και αφορούν τόσο στα παιδιά που θυματοποιούνται, στους θύτες αλλά και στα παιδιά παρατηρητές. Τα παιδιά παρατηρητές δεν παίρνουν θέση,  δεν υποστηρίζουν και δεν προστατεύουν καμία από τις δύο πλευρές και αισθάνονται αναποφάσιστα σχετικά με το ποιος φταίει ή όχι. Είναι επιρρεπή στις καταχρήσεις π.χ. εξάρτηση από καπνό, αλκοόλ, αλλά και από το ιντερνέτ, έχουν αυξημένο άγχος, είναι πιθανό να απουσιάζουν συχνά από το σχολείο.

Τα παιδιά «θύματα» εμφανίζουν σχολική άρνηση, μειωμένη επίδοση στα μαθήματα, αυξημένο αίσθημα μοναξιάς και θλίψης, αλλαγές στον ύπνο και στην διατροφή, απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες. Έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποφέρουν από άγχος, κατάθλιψη ακόμα και αυτοτραυματισμούς και σε κάποιες περιπτώσεις απόπειρες αυτοκτονίας, εμφανίζουν ψυχοσωματικά συμπτώματα π.χ. πονοκεφάλους, τρέμουλο, δερματικά εκζέματα, διαταραχές που σχετίζονται με το πεπτικό σύστημα κ.α. Έχουν αυξημένες πιθανότητες για κατάχρηση ουσιών (καπνός, αλκοόλ, ναρκωτικά)

Τα παιδιά «θύτες» έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποφέρουν από άγχος, κατάθλιψη, να διαπράξουν παράνομες πράξεις π.χ. κλοπή, φθορά περιουσίας και συνεπώς περισσότερες πιθανότητες εμπλοκής με την Αστυνομία και την Δικαιοσύνη.

Η ανησυχία των γονέων είναι συχνά έντονη σχετικά με το αν το παιδί τους εμπλέκεται με οποιονδήποτε τρόπο σε περιστατικά εκφοβισμού. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν τους γονείς. Τα παιδιά που εκφοβίζονται πιθανόν να παρουσιάζουν κάποια από τις παρακάτω συμπεριφορές όπως ότι άλλα παιδιά τα χτυπούν, τα σπρώχνουν,  τα κοροϊδεύουν, τα υποτιμούν, τα εξευτελίζουν, τα απειλούν και τα εκβιάζουν, τους παίρνουν τα βιβλία, τα χρήματα, προσωπικά αντικείμενα ή τους τα καταστρέφουν. Τα παιδιά – «Θύματα» έχουν κοψίματα, γδαρσίματα, μελανιές, σκισμένα ρούχα για τα οποία δεν μπορούν να δώσουν μια λογική εξήγηση, κάθονται μόνα στα διαλείμματα ή στην ώρα του φαγητού, τα διαλέγουν τελευταία στα ομαδικά παιχνίδια, στα διαλείμματα επιλέγουν να είναι κοντά σε δασκάλους, δεν καλούν παιδιά στο σπίτι ούτε τα καλούν (δεν πηγαίνουν σε πάρτι ή σχολικές συγκεντρώσεις), δεν θέλουν να πάνε σχολείο, προτιμούν να τα πηγαίνει και να τα γυρίζει κάποιος ενήλικας στο σχολείο, έχουν ανήσυχο ύπνο με εφιάλτες και δυσκολία στην διατροφή, παρουσιάζουν απρόβλεπτες ψυχικές διακυμάνσεις. Τα παιδιά «θύτες» ή «νταήδες» πιθανόν να εμφανίζουν κάποια από τα εξής χαρακτηριστικά : ενοχλούν, βρίζουν, έχουν προκλητική συμπεριφορά είναι οξύθυμα , θυμώνουν εύκολα δεν έχουν όρια και δυσκολεύονται να ακολουθήσουν κανόνες, εμπλέκονται σε σχετικά νεαρή ηλικία σε «αντικοινωνικές» συμπεριφορές π.χ. κλοπές, βανδαλισμοί, καταχρήσεις.

Τι μπορεί όμως να γίνει;

Παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν σε πολλαπλά επίπεδα.

Σε επίπεδο σχολείου:

  • ενημέρωση για το φαινομένου του εκφοβισμού στους μαθητές και στους εκπαιδευτικούς
  • καλύτερη επίβλεψη των μαθητών στη διάρκεια των διαλειμμάτων
  • ανοιχτή επικοινωνία μαθητών – σχολείου

Σε επίπεδο τάξης:

  • συνεργατική μάθηση (αλληλοβοήθεια και συνεργασία στις διάφορες δραστηριότητες)
  • παιχνίδια ρόλων (ο μαθητής να μπορεί να μπαίνει στη θέση του άλλου με σκοπό την ενίσχυση της ενσυναίσθησης)
  • κοινές θετικές δραστηριότητες (ανάθεση έργου που πραγματοποιούνται και εκτός σχολείου)
  • κανονισμοί της τάξης σε σχέση με τον εκφοβισμό με επαίνους και συνέπειες.

Οι προτάσεις αφορούν και τα παιδιά «θύματα» και «θύτες» καθώς και τους γονείς των εμπλεκόμενων παιδιών. Η ενημέρωση των γονέων σχετικά με το θέμα του σχολικού εκφοβισμού είναι πολύ σημαντική. Είναι σημαντικό να αναπτυχθεί μια ουσιαστική επικοινωνία και  σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο παιδί και στον γονέα.

Σε ατομικό επίπεδο το παιδί πιθανόν να χρειαστεί την βοήθεια κάποιου ειδικού.

  • Θα ήταν χρήσιμο το παιδί να μπορεί να αναγνωρίζει, να αιτιολογεί και να εκφράζει λειτουργικά αυτό που το ενοχλεί και το συναίσθημα του.
  • Επίσης, το νεαρό άτομο να εκπαιδευτεί σε κοινωνικές και επικοινωνιακές δεξιότητες ώστε να μάθει να αλληλεπιδρά πιο λειτουργικά με τους συνομηλίκους, να εκπαιδευτεί και να εξασκηθεί στον εντοπισμό και την επίλυση προβλημάτων ώστε να καταλάβει ότι ο βίαιος τρόπος δεν είναι ο μόνος τρόπος.
  • Εκπαίδευση στην διεκδικητική συμπεριφορά και ενίσχυση της αυτοεκτίμησης.
  • Μίμηση προτύπου ώστε και προσπαθεί να μιμηθεί τον τρόπο που ένας σημαντικός άλλος ανταπεξέρχεται σε παρόμοιες καταστάσεις.
  • Χρήσιμες φαίνονται οι τεχνικές χαλάρωσης (διαφραγματική αναπνοή, νευρομυϊκή χαλάρωση) ώστε το παιδί να μπορεί αν αποσυμφορηθεί από το άγχος που του προκαλεί αυτή η κατάσταση.

Φανή Ζαφειρίδου 

Συμβουλευτική Ψυχολόγος, MSc 

Ειδίκευση στην Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική θεραπεία

Stress και καρκίνος

By | Uncategorized | No Comments

stress-reu

Ποιο είναι το νόημα της λέξης stress και πως επηρεάζει την εμφάνιση του καρκίνου ή την αντιμετώπισή του; Πώς λειτουργεί το σώμα όταν διακατέχεται από stress και πώς μπορεί να βοηθήσει η Ψυχολογική υποστήριξη;

Σήμερα, είναι πλέον αποδεκτό από τον επιστημονικό κόσμο ότι τα σωματικά συμπτώματα και οι ασθένειες δεν είναι ανεξάρτητες από τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι αναπόσπαστο κομμάτι του οργανισμού και υπεύθυνος για τη διαχείριση εξωτερικών ερεθισμάτων. Stress ονομάζεται η διαδικασία της προσαρμογής του οργανισμού σε οποιοδήποτε εξωτερικό ερέθισμα, το οποίο ο οργανισμός αντιλαμβάνεται ως απειλή. Η συγκεκριμένη διαδικασία έρχεται να επηρεάσει το νευρο – ενδοκρινο –ανοσολογικό σύστημα του ανθρώπινου οργανισμού και κατ’ επέκταση να συμβάλλει, μαζί με άλλους παράγοντες, στην εμφάνιση νόσων, όπως είναι ο καρκίνος.

Εκτός από το ρόλο του stress στην εμφάνιση του καρκίνου, σημαντική είναι η επίδρασή του και στην αντιμετώπιση της νόσου. Όταν ανακοινώνεται σε έναν ασθενή ότι έχει εμφανίσει καρκίνο, αυτόματα θα αισθανθεί απειλή για τη ζωή του, άγχος για την πορεία της θεραπείας, θλίψη για την επικείμενη αλλαγή της εξωτερικής του εμφάνισης και φόβο για τις επιπτώσεις που θα έχει συνολικά η κατάσταση στους δικούς του ανθρώπους.

Η Ψυχολογική υποστήριξη έρχεται να βοηθήσει τον ασθενή στη διαχείριση όλων των παραπάνω συναισθημάτων, έτσι ώστε να τον προετοιμάσει και να τον εφοδιάσει με τα κατάλληλα «όπλα» για να ξεκινήσει τη μάχη με τον καρκίνο.

Πρώτα απ’ όλα, ο ασθενής, σε συνεργασία με το θεράπων Ιατρό, πρέπει να κατανοήσει την ασθένεια, να λύσει κάθε απορία γύρω από αυτήν και να εμπεδώσει τα βήματα της θεραπείας του. Στη συνέχεια, είναι σημαντικό να εκπαιδευτεί στη σκέψη «ένα βήμα τη φορά», καθώς μόνο αυτό μπορεί να διαχειριστεί πραγματικά. Οι υποθέσεις και τα σενάρια για το μέλλον είναι αυτόματη λειτουργία του εγκεφάλου, αλλά στην πραγματικότητα δεν τον προετοιμάζουν, αντίθετα τον αγχώνουν.

Ο καρκίνος είναι μία βαθιά προσωπική υπόθεση του κάθε ανθρώπου και η κατανόηση αυτού και μόνο είναι εξαιρετικά σημαντική. Ας δώσουμε χρόνο και χώρο να εξωτερικεύσει ο ασθενής τις σκέψεις του, την κούρασή του και τα δύσκολα συναισθήματά του. Έπειτα, ο ρόλος της υποστήριξης έρχεται να διευκολύνει με εναλλακτικές την ποιότητα ζωής του ασθενή. Η διατήρηση, όσο γίνεται, της καθημερινής ρουτίνας (εργασία, δουλειές σπιτιού, χόμπυ), η συζήτηση σχετικά με την πτώση των μαλλιών και η αποδοχή εαυτού και η παρότρυνση για ποιοτικό χρόνο με αγαπημένους ανθρώπους (συγγενείς, φίλους) είναι μόνο λίγα απ’ αυτά που θα ενισχύσουν τον ασθενή για να αντιμετωπίσει τη νόσο.

«Όταν νοσεί ένας άνθρωπος, νοσεί όλη η οικογένεια», οπότε αντίστοιχη υποστήριξη χρειάζονται και οι οικείοι του ασθενή, με σκοπό να αντιμετωπίσουν τόσο τα δικά τους συναισθήματα, όσο και του ασθενή. Η παρουσία τους, και μόνο αυτή, είναι αρκετή, αλλά μικρές καθημερινές στιγμές μπορούν να επηρεάσουν τόσο θετικά, όσο και αρνητικά την κατάσταση.

Αν θα μπορούσα να κλείσω αυτό το σύντομο άρθρο με μία φράση, αυτή θα ήταν η εξής: «Δεν είσαι ο καρκίνος, είσαι ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν και πριν, ο οποίος νοσεί αυτή τη στιγμή από καρκίνο και δίνει μία μάχη».

Αναστασία Λεμονή

Ψυχολόγος, MSc Αντιμετώπιση του Πόνου

Ειδίκευση στη Γνωσιακή Συμπεριφοριστική θεραπεία

Μαθαίνοντας τα παιδιά να βοηθούν τους άλλους

By | Uncategorized | No Comments

helping kids

Δεν είναι ποτέ νωρίς για να διδάξουμε σε ένα παιδί την σπουδαιότητα του να βοηθάει και να υποστηρίζει τους άλλους, ιδιαίτερα εκείνους που το έχουν περισσότερο ανάγκη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μάλιστα έρευνα του Stanford Report (2008), η οποία παρουσιάζει παιδιά 2 χρονών να λειτουργούν “αλτρουιστικά” στο πλαίσιο ψυχολογικών πειραμάτων. Οι ερευνητές υποστηρίζουν πως είναι σχεδόν απίθανο ο αλτρουισμός των παιδιών να έχει επηρεαστεί από τους γονείς. Αντίθετα, είναι κάτι με το οποίο γεννιόμαστε, κάτι που έχουμε μέσα μας. Στην πορεία όμως αυτό επηρεάζεται και διαμορφώνεται  από το πώς αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον μας και τον τρόπο που μας αποδέχονται ή όχι οι άλλοι. Με τον καιρό φαίνεται δηλαδή να γίνεται σημαντικότερη, σύμφωνα με την έρευνα, η ταύτιση μας με ότι επικρατεί γύρω μας και η ανάγκη να ενταχθούμε σε μια ομάδα.

Το να βοηθάμε τους άλλους μας κάνει να αισθανόμαστε καλύτερα. Ενισχύει την ικανότητα του να μοιραζόμαστε εμπειρίες και κοινούς στόχους. Επίσης,  σύμφωνα με ερευνητές, το να βοηθάμε τους άλλους συμβάλλει στη γενική βελτίωση της υγείας μας και ενισχύει σημαντικά την αυτοεκτίμηση μας. Επιπλέον, και ιδιαίτερα για τα παιδιά, φαίνεται να βοηθάει στην κοινωνικοποίηση και στην ανάπτυξη χρήσιμων δεξιοτήτων, τόσο για την προσωπική, όσο και τη μελλοντική επαγγελματική ζωή.

Ιδιαίτερα σήμερα, η ίδια η πραγματικότητα μας προσφέρει –δυστυχώς- πολλές ευκαιρίες για να διδαχτούμε και να διδάξουμε τα παιδιά μας να βοηθούν όσους το έχουν ανάγκη.

  • Βρείτε λοιπόν ευκαιρίες να μιλήσετε στα παιδιά σας για το τι συμβαίνει στον κόσμο και για το πώς μια μικρή βοήθεια και λίγος χρόνος από τον καθένα μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά.
  • Καθιερώστε κάποιες συνήθειες, που θα προσφέρουν στα παιδιά εμπειρίες και θα τα διδάξουν να βοηθούν τους άλλους: μια επίσκεψη μια φορά τον μήνα σε κάποιο ηλικιωμένο συγγενή ή γείτονα, η προσφορά κάθε Χριστούγεννα παλιών παιχνιδιών, βιβλίων  και ρούχων σε παιδιά που τα έχουν ανάγκη, η συμμετοχή σε εκδηλώσεις φιλανθρωπικού χαρακτήρα κτλ.
  • Μιλήστε στα παιδιά, ανάλογα με την ηλικία τους, για την έννοια της κοινωνικής ευθύνης και τη σπουδαιότητα της αλληλοβοήθειας.
  • Εκφράστε με κάθε ευκαιρία και με σαφήνεια στα παιδιά σας το πόσο υπερήφανοι αισθάνεστε για αυτά που κάνουν και προσφέρουν στους άλλους.
  • Ενισχύστε την αυτοπεποίθηση τους και δώστε έμφαση σε όσα κάνουν, τοποθετώντας στρατηγικά στο σπίτι σχετικές φωτογραφίες (παίρνοντας μέρος σε κάποιο αγώνα φιλανθρωπικού συλλόγου, πακετάροντας τα παλιά παιχνίδια, φτιάχνοντας χειροτεχνίες για φιλανθρωπικό bazaar).
  • Τέλος, μην ξεχνάμε πως όπως και σε τόσα άλλα, ο αποτελεσματικότερος τρόπος να διδάξουμε τα παιδιά να βοηθούν εκείνους που το έχουν ανάγκη, είναι να δώσουμε πρώτα οι ίδιοι το παράδειγμα. Ένας γονιός ευαισθητοποιημένος απέναντι στις ανάγκες των συνανθρώπων του, αποτελεί πρότυπο που τα παιδιά θαυμάζουν και πιθανότατα θα  μιμηθούν.

 

Ελίνα Παυλάκη

Σύμβουλος επικοινωνίας , Personal & Executive coach , Μέλος του ICF